ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Πως μπορώ να λαμβάνω το Άμαστρις;

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Επιστολές από τη φυλακή

Για πρώτη φορά στο φως της δημοσιότητας σπάνια ντοκουμέντα από την αλληλογραφία του έγκλειστου στις φυλακές της Αμάσειας Αναστάσιου Μελίδη με την οικογένειά του






Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μερικά από τα πιο συγκινητικά ντοκουμέντα που έχουμε στη διάθεση μας από τη μεγάλη συμφορά που έπληξε τον ελληνισμό του Πόντου στις αρχές της ταραχώδους δεκαετίας του 1920, αφορούν τους υπόδικους της Αμάσειας, δηλαδή τον ανθό της πολιτικής, οικονομικής, εκκλησιαστικής και πνευματικής ζωής του Πόντου, που παρέμενε έγκλειστος στις φυλακές της πόλης, αναμένοντας την ανακοίνωση της τελικής απόφασης του διαβόητου Δικαστηρίου Ανεξαρτησίας. Τα γεγονότα είναι λίγο πολύ γνωστά και άλλωστε περιγράφονται από τον καθηγητή Κωνσταντίνο Φωτιάδη στις προηγούμενες σελίδες του περιοδικού μας. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι, μπορεί οι άνθρωποι εκείνοι να ακολούθησαν τελικά την προδιαγεγραμμένη μοίρα τους, όμως τα τελευταία γραπτά τους -ιστορικά μνημεία ψυχραιμίας και αξιοπρέπειας απέναντι στο θάνατο, από προσωπικότητες όπως ο Νίκος Καπετανίδης, ο Αλέξανδρος Ακριτίδης ή ο Ματθαίος Κωφίδης- εξακολουθούν να συγκινούν ακόμη και σήμερα εκείνον που θα έχει την τύχη να τα διαβάσει.


Μεταξύ των μελλοθάνατων της Αμασείας βρισκόταν και ο Αναστάσιος Μελίδης, πλούσιος ξυλέμπορος της Σαμψούντας, που κατηγορείτο, όπως και οι υπόλοιποι συγκατηγορούμενοί του ότι ενίσχυε οικονομικά το αυτονομιστικό κίνημα του Πόντου. Μάταια προσπαθούσαν οι δυστυχείς μεγαλέμποροι της Αμισού να εξηγήσουν στον πρόεδρο του Δικαστηρίου, το διαβόητο Εμίν Μπέη, ότι οι εγγραφές με τα ονόματά τους που βρέθηκαν στα κατάστιχα της Μητροπόλεως Αμασείας αφορούσαν δωρεές για κοινωφελείς σκοπούς και όχι αγορά οπλισμού. Μιλούσαν «εις ώτα μη ακουώντων».


Αναστάσιος Μελίδης
Ο Αναστάσιος Μελίδης ήταν πατέρας τεσσάρων παιδιών, του Χαρίλαου, της Δανάης, της Κλειούς και της Κορνηλίας. Ο εμπορικός οίκος της οικογένειάς του διευθήνετο από τον ίδιο και τους δύο αδερφούς του, που ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη και τη Μασσαλία. Κατά τη διάρκεια της κράτησής του στη φυλακή ο Αναστάσιος Μελίδης πρέπει να έστειλε στη σύζυγό του Μαριάνθη 15 γράμματα και «καρτποστάλια», όπως λέει, και 11 τηλεγραφήματα. Η περίπτωσή του λοιπόν έχει ιδιαίτερη ιστορική σημασία. Μπορεί η τελευταία αποχαιρετιστήρια επιστολή του να χάθηκε με το πέρασμα του χρόνου, όμως ο σχετικά μεγάλος όγκος της αλληλογραφίας του που σώθηκε μέχρι σήμερα, μας επιτρέπει να βγάλουμε μοναδικά συμπεράσματα για τις συνθήκες ζωής, την ψυχολογική κατάσταση και κυρίως τις προσδοκίες των κρατουμένων στην Αμάσεια. Δυστυχώς σήμερα οι επιστολές του βρίσκονται διάσπαρτες στα χέρια διάφορων από τους απογόνους του. Επομένως δύσκολα μπορούμε να σχηματίσουμε πλήρη εικόνα του ιστορικής αξίας υλικού που έχει διασωθεί. Εμείς συναντήσαμε το γιατρό και πρώην υποψήφιο δήμαρχο Καλαμαριάς κ. Σταύρο Τσαπικίδη, γιό του ιστορικού στελέχους του χώρου των ποντιακών σωματείων, Ανέστη Τσαπικίδη, ο οποίος μας μίλησε για τον παππού του Αναστάσιο Μελίδη, αλλά και για το δράμα της οικογένειάς του.


Οι περισσότερες από τις επιστολές του Αναστάσιου Μελίδη είναι γραμμένες στα ελληνικά, ενώ μερικές γράφτηκαν στην παλιά οθωμανική γραφή, την οποία γνώριζε απταίστως τόσο ίδιος ο Μελίδης, όσο και τα περισσότερα μέλη της οικογένειάς του. Από την προτελευταία επιστολή του, που γράφτηκε στις 7 Ιουλίου του 1921 με το παλαιό ημερολόγιο και την οποία ο κ.Τσαπικίδης φρόντισε να μας δώσει μεταφρασμένη, μπορούμε να εξαγάγουμε μερικά χρήσιμα συμπεράσματα.

Μαριάνθη Μελίδου

Όπως είναι λογικό, ο Μελίδης ανησυχεί πάνω από όλα για την τύχη της οικογένειάς του. Γράφει στη γυναίκα του «Αγαπητή μου γυναίκα. Σε ξεύρω ότι είσαι καλός και ικανός πλοίαρχος. Να κυβερνάς το σκάφος το οποίο έπεσε εις πολύ τρικυμιώδες πέλαγος και είμαι πεπεισμένος ότι θα το κυβερνάς μέχρι της τελευταίας στιγμής με όλη τη γενναιότητα και θάρρος και τιμιότητα. Ο κυβερνήτης όλης της οικογενείας μου και οικογενείας σου είσαι εσύ…»

Δίνει συνέχεια οδηγίες για τη διαχείριση των οικονομικών της οικογένειας. Δίνει πληροφορίες για την τύχη γνωστών και φίλων, που συνάντησε στις φυλακές, και ζητά να μάθει τι απέγιναν άλλοι, για τους οποίους έχει ακούσει δυσάρεστες πληροφορίες.


Είναι γνωστό ότι οι κατηγορούμενοι της Αμασείας, ενώ αρχικά θεώρησαν δεδομένο ότι ερχόταν το τέλος τους, μετά από κάποιο χρονικό σημείο και βλέποντας την κατάπτωση του σαθρού κατηγορητηρίου και την απουσία οποιουδήποτε σοβαρού αποδεικτικού στοιχείου, αναθάρρησαν και πίστεψαν ότι ίσως μπορούσαν να σωθούν.


Το ίδιο ισχύει και για το Μελίδη. Γράφει: «Εάν τελειώσει η δίκη μας και αθωωθούμε, το οποίον είναι βέβαιον εκ τα εκατόν 99, τότε νομίζω θα εξοριστούμε εις Τοκάτ ή Σιβάζ, έτσι λέγεται, αλλά αν εν τω μεταξύ ο θεός μέγας γίνηται ειρήνη και αυτονομούμεθα, και να πάμε εξορίαν απολύτως δεν έχει κίνδυνον… Είμεθα πολύ καλά, έχομεν την αγωνίαν σας, είθε ο θεός εντός ολίγου μία ειρήνη και θα μας γλυτώσει όλους…»


Δυστυχώς η αισιοδοξία του αποδείχθηκε αβάσιμη. Εκτελώντας τη διατεταγμένη υπηρεσία του, ο Εμίν Μπέης τους καταδίκασε όλους σε θάνατο. Ο Αναστάσιος Μελίδης απαγχονίστηκε μαζί με άλλους συγκατηγορούμενούς του στην Αμάσεια στις 8 (με το νέο ημερολόγιο 21) Σεπτεμβρίου του 1921. Την προηγούμενη ημέρα και αφού έχει συνειδητοποιήσει ότι όλα έχουν τελειώσει, γράφει μια τελευταία επιστολή προς τη γυναίκα του. Δυστυχώς η επιστολή δεν στάθηκε δυνατό να βρεθεί ανάμεσα στα πράγματα της οικογένειας. Όπως όμως θυμόταν η κόρη του Δανάη Τσαπικίδου, με αυτήν αποχαιρετούσε τη γυναίκα του και τα παιδιά του και τους συμβούλευε να εγκαταλείψουν τα πάντα και να φύγουν το γρηγορότερο με κάθε τρόπο για την Ελλάδα. Όμως η κα Δανάη θυμόταν και μια ακόμη ανατριχιαστική λεπτομέρεια: δύο λέξεις στην τελευταία σειρά του κειμένου δεν μπόρεσαν να τις διαβάσουν ποτέ, καθώς στη θέση τους υπήρχε μια μουτζούρα από βρεγμένο μελάνι. Ήταν τα δάκρυα του, την ώρα που αποχαιρετούσε -έστω και γραπτά- τους δικούς του ανθρώπους.


Μετά την εκτέλεση του Αναστάσιου Μελίδη η σύζυγος του Μαριάνθη του παρέμεινε για άλλα δύο χρόνια στη Σαμψούντα. Το 1923 ήρθε με τα παιδιά της στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε σε ένα παλιό τουρκικό σπίτι της Άνω Πόλης, όπου έζησε μέχρι το θάνατό της με μόνη πηγή βιοπορισμού το πλέξιμο.