ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Πως μπορώ να λαμβάνω το Άμαστρις;
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα EDITORIAL. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα EDITORIAL. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Η γλώσσα που δεν είχε το κουράγιο να πεθάνει...


Όταν ο εκ των κορυφαίων Ποντίων φιλολόγων της πρώτης προσφυγικής γενιάς, αείμνηστος Ιορδάνης Παμπούκης, έγραφε πριν από πολλά χρόνια εκείνο το περίφημο «η ποντιακή γλώσσα δεν έχει το κουράγιο να πεθάνει», δεν θα μπορούσε να φανταστεί την τεράστια δημοτικότητα που θα γνώριζε η φράση του αυτή μέσα στην επόμενη πεντηκονταετία. Και δεν εννοώ τόσο την πανηγυρική επανάληψή της από τον τότε πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου κατά το 1ο Παγκόσμιο Συνέδριο του Ποντιακού Ελληνισμού (1985), όσο τη διαχρονική κακοποίηση που υφίσταται ακόμη και σήμερα από τα χείλη διαφόρων, αρμοδίων και μη, παραγόντων του ποντιακού χώρου, που τη χρησιμοποιούν δίκην μαρξιστικού τσιτάτου, προκειμένου να καλύψουν την απουσία οποιασδήποτε πολιτικής γύρω από το ζήτημα της επιβίωσης της ποντιακής γλώσσας.

Γιατί τα λέω όλα αυτά; Πολύ απλά γιατί φοβάμαι ότι η ατάκα του Παμπούκη, όσο έξυπνη κι αν ακούγεται, δεν είναι πλέον σε θέση να εκφράσει τη σύγχρονη πραγματικότητα. Η ποντιακή γλώσσα δεν μπορεί να έχει κανένα κουράγιο, για τον πολύ απλό λόγο ότι οι πεθαμένοι (ή έστω οι ετοιμοθάνατοι) συνήθως δεν διακρίνονται για το κουράγιο τους. Και η ποντιακή γλώσσα, τουλάχιστον με τους όρους υπό τους οποίους επιβιώνει μέσα στα πλαίσια της σύγχρονης νεοελληνικής κοινωνίας, έχει απολέσει από καιρό όλα εκείνα τα στοιχεία που μπορούν να χαρακτηρίσουν μια γλώσσα ως ζωντανή και λειτουργική.

Οι ειδικοί λένε ότι «ζωντανή» ονομάζεται μια γλώσσα, που έχει ζώντες ομιλητές. Από την άποψη αυτή το γεγονός ότι η ποντιακή γλώσσα εξακολουθεί ακόμη να διαθέτει μερικές χιλιάδες χρηστών στον ελλαδικό χώρο -οι Πόντιοι των χωρών της τέως Ε.Σ.Σ.Δ. και οι ποντιόφωνοι μουσουλμάνοι της Τραπεζούντας είναι και πρέπει να θεωρούνται ειδικές περιπτώσεις- ίσως να άφηνε κάποια περιθώρια αισιοδοξίας. Δεν μπορούμε όμως να παραβλέψουμε το γεγονός ότι οι όσοι επαρκείς χρήστες της ποντιακής γλώσσας έχουν απομείνει, είναι πλέον τουλάχιστον μεσήλικες. Από την άλλη μπορούμε να εξομοιώσουμε τους χρήστες της πρώτης και δεύτερης προσφυγικής γενιάς, για τους οποίους η ποντιακή γλώσσα ήταν όχι μόνο η μητρική τους γλώσσα, αλλά και μια γλώσσα απόλυτα επαρκής να καλύψει τις επικοινωνιακές τους ανάγκες, με το σημερινό νέο, που προσπαθεί -για συναισθηματικούς κυρίως λόγους- να διασώσει μια γλώσσα φτιαγμένη για να υπηρετήσει ανάγκες ολότελα διαφορετικές από τις δικές του; Μπείτε μια μέρα στο facebook και παρακολουθήστε την προσπάθεια των νέων παιδιών από την Ελλάδα, τη Γερμανία, αλλά και την Τραπεζούντα, να επικοινωνήσουν με γραπτά μηνύματα στα ποντιακά. Θα σχηματίσετε αμέσως πλήρη εικόνα του τεράστιου προβλήματος αντιστοίχησης «σημείου» και «σημαινομένου», που έχουν να αντιμετωπίσουν. Επομένως ακόμη κι αν δεχτούμε ότι η ποντιακή γλώσσα παραμένει «ζωντανή», είναι αδύνατον να μπορέσουμε να βρούμε σοβαρά επιχειρήματα για να τη χαρακτηρίσουμε «λειτουργική». Πολύ απλά γιατί δεν είναι.

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

Γράμμα σε ένα παιδί που γεννήθηκε χθες…



Τσικαρόπο μ’…
Σε λέω έτσι, γιατί έτσι μ’ έλεγε κι εμένα η μάνα μου κι έτσι την έλεγε κι αυτήν η δική της μάνα. Μην ψάξεις στα βιβλία σου να βρεις τι σημαίνει. Χαμένος κόπος… Είναι κι αυτή μια από τις «εξωτικές» εκείνες λέξεις, που θα ακούς να λέγονται στο σπίτι μας και καμιά δασκάλα δεν θα μπορεί να σου τις εξηγήσει.
Μεγαλώντας θα διαπιστώσεις ότι η οικογένεια μας είναι κάπως «διαφορετική» από εκείνες των συμμαθητών σου. Μιλάμε κάπως διαφορετικά, μαγειρεύουμε κάπως διαφορετικά, τραγουδάμε και χορεύουμε διαφορετικά. Ούτε για μία στιγμή στη ζωή σου δεν θέλω να αισθανθείς άβολα με αυτή σου τη διαφορετικότητα. Και κάθε φορά που κάποιος αστοιχείωτος θα επιχειρεί να την ειρωνευτεί, εσύ να σκέφτεσαι ότι μερικές γενιές δικών σου ανθρώπων έζησαν και πέθαναν με αυτήν ή ίσως και για αυτήν.
Είμαι βέβαιος ότι αργά ή γρήγορα θα αναγκαστείς να αναζητήσεις τις ρίζες αυτής της διαφορετικότητας. Ελπίζω μόνο να το κάνεις νωρίτερα απ’ ότι εγώ. Βλέπεις, εσύ θα έχεις πολύ λιγότερο χρόνο στη διάθεση σου. Όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί φοβάμαι ότι αυτή η ιδιαιτερότητα, την οποία και εμείς και πολλοί ακόμη άνθρωποι σε αυτή τη χώρα κουβαλάμε αβίαστα και χωρίς να την επιλέξουμε, μόνο και μόνο χάρη σε ένα περίεργο καπρίτσιο της ιστορίας που εσύ δεν είσαι ακόμη σε θέση να καταλάβεις, έχει μάλλον ημερομηνία λήξης. Δεν ξέρω πότε είναι αυτή. Ίσως σύντομα, ίσως στις μέρες σου. Ελπίζω μόνο, όταν έρθει, να μη σε τρομάξει, όπως προς το παρόν τρομάζει εμένα η απειλή της.
Μη νομίσεις ότι σου γράφω από δασκαλίστικη διάθεση ή όρεξη για πρόωρα μαθήματα πατριδογνωσίας. Άλλωστε έχουμε όλον τον καιρό μπροστά μας για να τα πούμε με την ησυχία μας. Αν σου μιλώ από τώρα για πράγματα που είναι βέβαιο ότι δεν μπορείς ακόμη να καταλάβεις, είναι γιατί θέλω να σε βοηθήσω να κατανοήσεις ευκολότερα το μικρόκοσμο στον οποίο σε υποδεχόμαστε. Νομίζω λοιπόν ότι όλη η ουσία αυτών που θέλω να σου πω, συνοψίζεται σε μία και μόνο φράση: «εμείς δεν είμαστε από ’δώ».
Τη στιγμή που θα σου ’λεγα αυτή τη φράση, την ονειρευόμουν πολύ πριν γεννηθείς. Ίσως γιατί εμένα δε μου την είπε ποτέ κανείς. Όπως και πολλοί ακόμη της γενιάς μου, έπρεπε να ανακαλύψουμε μόνοι μας τις ρίζες μας. Βλέπεις, οι δικοί μας γονείς -επηρεασμένοι και από τη βιασύνη των πατεράδων τους να ριζώσουν γερά στη νέα τους πατρίδα και να αφήσουν οριστικά πίσω τους την ανάμνηση της βαρβαρότητας που βίωσαν στην παλιά- είχαν θέσει κάποιες άλλες προτεραιότητες ως προς αυτά που ένιωθαν ότι έπρεπε να πουν στα παιδιά τους. Μας έλεγαν π.χ. να είμαστε καλοί άνθρωποι, να σπουδάσουμε, να βγάλουμε χρήματα, να ζήσουμε άνετα. Ελάχιστοι ήταν αυτοί που σκέφτηκαν να μας μιλήσουν για το παρελθόν. Εσείς θα είστε η πρώτη γενιά της ράτσας μας, που δεν θα χρειαστεί να σηκώσει το χαλί της ιστορίας για να ανακαλύψει την ταυτότητά της.
Εφόσον όμως «δεν είμαστε από εδώ», έχεις κάθε δικαίωμα να αναρωτιέσαι από πού είμαστε. Μεγαλώντας θα ακούσεις τις λέξεις «Πόντος» και «Πόντιοι». Όσο κι αν σου φαίνεται περίεργο, δεν τις συμπάθησα ποτέ. Ίσως γιατί κατάλαβα σχετικά γρήγορα ότι δεν βγήκαν από την ψυχή του λαού μας, αλλά από την αρχαιολατρία και την πολυμάθεια των γραμματιζούμενων. Οι μαυροφορεμένες γριές που πρόλαβα εγώ, αποκαλούσαν τον τόπο τους με ένα ξερό, αλλά τόσο τρυφερό, «η Πατρίδα». Δεν είναι ακόμα η ώρα να σου μιλήσω για αυτήν την πατρίδα, ούτε για τα παθήματα των ανθρώπων της. Θέλω μόνο να ξέρεις ότι αυτή η πατρίδα, η γενέτειρα των λίγων παραμυθιών που ξέρω να σου διηγηθώ, είναι ένας πανέμορφος τόπος, ένας τόπος ωραιότερος από όλους όσους πρόκειται να γνωρίσεις στη ζωή σου. Μη με ρωτήσεις αν είναι ωραιότερος και από τον τόπο που γεννηθήκαμε εσύ κι εγώ. Θα σου απαντήσω αβίαστα ναι.
Υποθέτω ότι το επόμενο που θα θέλεις να με ρωτήσεις, είναι ότι, εφόσον έχουν έτσι τα πράγματα, ποιόν τόπο θα πρέπει να θεωρούμε πατρίδα μας. Πολύ φοβάμαι ότι η απάντηση δεν είναι καθόλου εύκολη. Θα προσπαθήσω να σου το εξηγήσω με μια απλή ιστορία. Στα πρώτα χρόνια της ζωής του λαού μας στην Ελλάδα, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1930, είχε αναπτυχθεί μέσα από τις σελίδες των πρώτων ποντιακών περιοδικών ένας πολύ ενδιαφέρων διάλογος ανάμεσα στην ποντιακή διανόηση της εποχής (για την ακρίβεια ανάμεσα στα απομεινάρια της, που κατόρθωσαν να ξεφύγουν τα ικριώματα της Αμάσειας). Η κεντρική ιδέα αυτού του διαλόγου ήταν «ποιοι είμαστε και που πάμε». Κάποιοι λοιπόν, ίσως οι πιο «προοδευτικοί», βιάστηκαν να πουν τότε ότι, εφόσον ήρθαμε στη Μακεδονία και ζούμε πλέον εδώ, χωρίς μάλιστα προοπτική επιστροφής, ίσως θα ήταν σκόπιμο να πάψουμε να αυτοαποκαλούμαστε «Πόντιοι» και να αρχίσουμε να αισθανόμαστε «Μακεδόνες». Και τότε ένας δάσκαλος, συμπατριώτης του παππού μου, έγραψε από ένα ορεινό χωριουδάκι της Μακεδονίας, όπου υπηρετούσε, μια συγκλονιστική επιστολή. Σου μεταφέρω έναν από τα επιχειρήματά του, εκείνο που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση, όπως ακριβώς το έγραψε και με την ελπίδα ότι, όταν θα διαβάσεις αυτές τις γραμμές, θα είσαι σε θέση να τις καταλάβεις. «Είνας κάτα», είπε λοιπόν ο γέρο δάσκαλος, «εγέννεσεν απές ’ς σο φουρνίν εμουν πέντε κατοπούλα-. Πως πρέπ’ να λέμε τα γιαβρία τ’ς, κατοπούλα-, γιόξαμ παξιμάδα-;»
Όπως κατάλαβες, σου γράφω επειδή επιμένω να σε βλέπω ως «κατοπούλ’» και όχι ως «παξιμάδ’». Εσύ θα επιλέξεις τι θέλεις να είσαι. Εγώ το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σε συμβουλέψω να αγαπάς τον τόπο που γεννήθηκες, να παραβλέπεις την παρακμή του χάριν των καλύτερων ημερών που πρόκειται να ζήσεις σ’ αυτόν, να νοιάζεσαι και να παλεύεις για την προκοπή του. Ούτε για μια στιγμή όμως να μην περνά από το μυαλό σου ότι μπορείς να ξεχάσεις. Αν δεν ξέχασα εγώ, που πρόλαβα τον απόηχο των χρόνων της λήθης, αν δεν ξέχασε η μάνα μου, που έφαγε ξύλο από τη δασκάλα της στο σχολείο γιατί επέμενε να μιλάει «ποντιακά», τη μόνη γλώσσα που γνώριζε μέχρι τα έξι της χρόνια, πως μπορείς να ξεχάσεις εσύ;
Είναι τόσα πολλά αυτά που θέλω να σου πω! Θέλω να σου μιλήσω για ανθρώπους που γνώρισα, για μουσικές που με νανούρισαν, για τόπους που είδα και για διηγήσεις που άκουσα. Οι παιδαγωγοί λένε ότι δεν πρέπει να λέμε στα παιδιά δυσάρεστες ιστορίες. Το σέβομαι. Όμως η δική μας η ράτσα δεν έχει και πολλές ευχάριστες ιστορίες να σου αφηγηθεί. Κι αυτές ακόμη τις λίγες που είχε, τις πήραν μαζί τους άνθρωποι με ροζιασμένα χέρια και βαθιές αυλακιές στο πρόσωπο. Άνθρωποι που εσύ δεν θα γνωρίσεις ποτέ.
Θα σου μιλήσω λοιπόν για ένα άλλο κοριτσάκι. Ένα κατάξανθο κοριτσάκι, που είχε τα ίδια ακριβώς με σένα δικαιώματα, αλλά χάρη σε μια πρόστυχη συνωμοσία της φύσης και της ιστορίας, δεν απόλαυσε σχεδόν κανένα από αυτά. Γεννήθηκε πριν από έναν περίπου αιώνα σε ένα τόπο πολύ μακριά από το σπίτι μας. Σωστά κατάλαβες, ο τόπος που γεννήθηκε είναι ο μακρινός τόπος που θέλω να σε μάθω να αγαπάς. Ήταν ένα παιδί με σοβαρά προβλήματα υγείας, αυτό που σήμερα αποκαλούμε «παιδί με ειδικές ανάγκες». Έχασε τους γονείς του όταν ήταν πέντε χρονών. Δεν φόρεσε όμορφα ρούχα, δεν είχε παιχνίδια για να χαρεί. Κουβαλώντας το στην πλάτη του το ανέβασε ο αδερφός του σε εκείνο το καταραμένο σαπιοκάραβο. Πέθανε το χειμώνα του 1923 σε ένα θλιβερό προσφυγικό στρατόπεδο της Κωνσταντινούπολης ίσως από τύφο, ίσως από ασιτία. Δεν είχε κλείσει καν τα επτά του χρόνια. Το έλεγαν Χαρίκλεια και ήταν αδερφή του παππού μου.
Σου μιλώ για αυτό το παιδί, γιατί τυχαίνει να είμαι ο τελευταίος άνθρωπος που θυμάται ακόμη το όνομά του. Δεν ξέρω γιατί, αλλά από τη μέρα που έμαθα τον ερχομό σου, ο νους μου τριγυρίζει συνέχεια σε εκείνο το παιδί. Τρέμω και μόνο στην ιδέα ότι θα μπορούσε να ζήσεις έστω και ένα μέρος όσων πέρασε. Θέλω να είσαι ευτυχισμένη και να απολαύσεις όλα όσα δικαιούσαι. Σε ότι με αφορά θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου για να το πετύχω. Σε εξορκίζω όμως να μην το ξεχάσεις ποτέ εκείνο το κοριτσάκι. Μου το χρωστάς…

Υ.Γ. Πιθανόν να αναρωτιέσαι γιατί επέλεξα αυτόν τον τρόπο για επικοινωνήσω μαζί σου. Ασφαλώς και θα μου ήταν ευκολότερο να γράψω τις σκέψεις μου σε ένα χαρτί και να το αφήσω σε ένα συρτάρι του γραφείου μου, για να το βρεις, όταν μεγαλώσεις. Σκέφτηκα όμως ότι αν δεν νιώσεις ποτέ την ανάγκη να ξεφυλλίσεις τη στοίβα από τα ξεθωριασμένα περιοδικά που θα βρεις στη βιβλιοθήκη μου -τη μόνη ίσως κληρονομιά που πρόκειται να βρεις από τον πατέρα σου- τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος να διαβάσεις αυτές τις γραμμές. Θα είναι απλά χάσιμο χρόνου…

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

Η ιστορία ενός ξεχασμένου ακριτικού τραγουδιού…



Ήταν κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’90 στην Παναγία Σουμελά στο Βέρμιο. Είχα από μικρό παιδί τάσης φυγής προς την ύπαιθρο κι έτσι την εποχή εκείνη συνήθιζα να ανηφορίζω κάθε 1η Αυγούστου για το «Σπίτι της Σάντας» στην Παναγία Σουμελά και να μένω εκεί μέχρι το Δεκαπενταύγουστο, άλλοτε μόνος μου κι άλλοτε με την παρέα μου. Γέμιζα την τσάντα μου με το ελαφρύτερο ανάγνωσμα που είχε προστεθεί τις μέρες εκείνες στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, επέδραμα στα φανερά στο πορτοφόλι της μάνας μου (και στα κρυφά στο μονίμως αφύλακτο ταμείο της οικογενειακής επιχείρησης) και ξεκινούσα πανευτυχής για τις διακοπές μου, τις μόνες πραγματικές διακοπές που θυμάμαι να έκανα στη ζωή μου.
Στο «Σπίτι της Σάντας» με περίμεναν πάντοτε τα κορίτσια, η Αθηνά και η Υβόννη. Προς θεού, μην πάει ο νους σας στο πονηρό! Διότι τα «κορίτσια», που δεν ήταν πλέον και τόσο κορίτσια, ήταν δύο χωριανές μου χήρες, καμιά δεκαριά χρόνια μεγαλύτερες από τη μάνα μου, που συνήθιζαν κι αυτές, μόλις άρχιζαν οι ζέστες, να ανεβαίνουν στην Παναγία Σουμελά. Με τη διαφορά ότι αυτές δεν έμεναν για λίγες ημέρες, όπως εμείς, αλλά ολόκληρο το καλοκαίρι. Εμείς οι νεώτεροι τις αποκαλούσαμε «ρομάνες» και εδώ που τα λέμε, η ζωή τους θύμιζε κάτι από τις ρομάνες του Πόντου, αφού ανέβαιναν στο Βέρμιο όχι μόνο για παραθέριση, αλλά και για να καθαρίσουν, να φροντίσουν και να δώσουν ζωή στο πανέμορφο πέτρινο οίκημα που έχτισαν οι συγχωριανοί μας της πρώτης γενιάς, ώστε να έχουν κάπου να μείνουν, όταν επισκέπτονται την Παναγία.
Ένα πρωί χτύπησε η πόρτα και τα κορίτσια, που ήταν απασχολημένα με τις δουλειές του σπιτιού, με έστειλαν να ανοίξω. Ήταν ένας ασπρομάλλης λεβεντόγερος, που ζήτησε ευγενικά να γεμίσει το παγούρι του με νερό (το σπίτι μας ήταν -κι απ’ ότι ξέρω, παραμένει- το αγαπημένο καταφύγιο των προσκυνητών που διανυκτέρευαν τριγύρω του σε σκηνές, και οι οποίοι έρχονταν συνήθως για να προμηθευτούν κρύο νερό, να βάλουν κάποιο τρόφιμο στο ψυγείο ή τώρα πλέον, μετά την τελευταία ανακαίνιση, να κάνουν ένα βιαστικό ντουζ).
Δεν υπήρχε περίπτωση να μπεις σε εκείνο το σπίτι, ιδιαίτερα αν ήσουν Πόντιος και ασπρομάλλης, και να μη σε κρατήσουμε για καφέ. Καθίσαμε λοιπόν στο μεγάλο σαλόνι με τους τέσσερις φρεσκοασπρισμένους τοίχους του γεμάτους με φωτογραφίες πεθαμένων από χρόνια ανταρτών, δασκάλων και παππάδων, και πιαστήκαμε στην κουβέντα. Ονομαζόταν Νικόλαος Αμοιρίδης και καταγόταν από το Χρυσοκέφαλο της Δράμας, ζούσε όμως από χρόνια στο Γιδά. Παραδοσιακός λυράρης και αυθεντικότατος χορευτής της Σέρας παρά τα εβδομήντα του χρόνια, επισκεπτόταν, όπως κι εμείς, κάθε χρόνο την Παναγία Σουμελά κι έμενε εκεί, στο αντίσκηνό του, μέχρι το Δεκαπενταύγουστο.

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Καθ’ οδόν για το Αλεξάνδρειο…


Το έχω πει και το έχω γράψει πολλές φορές ότι όταν ξεκινήσαμε την έκδοση αυτού του περιοδικού, είχαμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας την ανείπωτη ακόμη φιλοδοξία να αλλάξουμε κάποια από τα δεδομένα στο χώρο του ποντιακού τύπου. Μη φανταστείτε ότι ονειρευόμασταν και τίποτε σπουδαίο. Δεν πέρασε π.χ. ποτέ από το μυαλό μας ότι θα μπορούσαμε να κάνουμε τους Πόντιους να διαβάζουν περισσότερο απ’ όσο διάβαζαν πριν ευτυχήσουν να πάρουν στα χέρια τους το αποτέλεσμα του δικού μας εκδοτικού οίστρου. Ούτε καν το μείζον ηθικό θέμα των σχέσεων ποντιακού τύπου - ποντιακών οργανώσεων είχαμε σκεφτεί ακόμη να θίξουμε. Τη δυσοίωνη όμως εκείνη παράδοση που ήθελε τα περισσότερα νέα ποντιακά έντυπα να εγκαταλείπουν την προσπάθεια, πριν κλείσουν καν τον πρώτο χρόνο του βίου τους, νιώθαμε ότι, όπως και να ’χει, μπορούσαμε να τη διαψεύσουμε.
Όταν, παρά τις γνωστές και χιλιοειπωμένες δυσκολίες, κατορθώσαμε να συμπληρώσουμε τον κύκλο των 12 πρώτων τευχών μας, ήμασταν ακόμη πολύ «ζαλισμένοι» από τη γοητεία του εγχειρήματος, αλλά και τόσο αφοσιωμένοι στη μάχη με τις πολλές και σημαντικές δυσκολίες που είχαμε ακόμη μπροστά μας, για να περάσει από το μυαλό μας ακόμη και η υποψία ότι δικαιούμαστε να κάνουμε ένα διάλειμμα για να το γιορτάσουμε. Τώρα που συμπληρώσαμε αισίως όχι τα δώδεκα, αλλά τα εικοσιτέσσερα, παρακαλώ, τεύχη, νιώθουμε επιτέλους ότι έχουμε κάθε δικαίωμα να χαρούμε για αυτήν μας την επιτυχία χωρίς το φόβο ότι μπορεί να θεωρηθούμε αλαζόνες ή έστω αιθεροβάμονες.

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

Αναψηλαφώντας την εθνική μας μνήμη (ή μήπως την εθνική μας αξιοπρέπεια;)



Στο βιβλίο του «Ώρες Ευθύνης» -ένα από πιο σοβαρά και έντιμα βιβλία που έχουν γραφεί ποτέ από έλληνες πολιτικούς - και αφηγούμενος τα όσα τράβηξε καθήμενος επί 18 μήνες στην ηλεκτρική καρέκλα του πρωθυπουργού της Ελλάδας, ο Γεώργιος Ράλλης αναφέρεται συχνά στους πονοκεφάλους που του προκαλούσε η ιδιόρρυθμη συμπεριφορά ενός νέου σχετικά βουλευτού του, γόνου ιστορικής πολιτικής οικογένειας, του Μιχάλη Πρωτοπαπαδάκη. Και τι δεν έκανε ο φέρελπις  (τότε) εκπρόσωπος του λαού των Κυκλάδων για  να κάνει την ούτως ή άλλως δύσκολη ζωή του πρωθυπουργού του ακόμη δυσκολότερη: απειλούσε κάθε τόσο να καταψηφίσει τα πιο κρίσιμα νομοσχέδια της κυβέρνησης, επιτίθετο δημοσίως στους υπουργούς, μάλωνε με τους βουλευτές της αντιπολίτευσης… Λίγο αργότερα, στις ευρωεκλογές του 1981, ο κ. Πρωτοπαπαδάκης ανταμείφθηκε για τη ζωηρότητα της κοινοβουλευτικής του παρουσίας με μια ευνοϊκή μετάθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.  Δυστυχώς το «ξενέρωτο» πολιτικό κλίμα των Βρυξελλών και τα ήμερα λεγόμενα δυτικοευρωπαϊκά πολιτικά ήθη δεν του επέτρεψαν να διακριθεί και διεθνώς. Έτσι πολύ σύντομα ο ίδιος εξαφανίστηκε από το προσκήνιο και η πολιτική μας ζωή στερήθηκε για πάντα του ιδιόρρυθμου ταμπεραμέντου του.

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

Εμείς και ο Πόντος...




Αν μελετούσε κανείς με προσοχή το δημόσιο λόγο που παρήγαγε ο ποντιακός χώρος στα  ογδόντα πέντε χρόνια της ζωής του στην Ελλάδα, θα σχημάτιζε την εικόνα ότι εμείς οι Πόντιοι ήρθαμε από το πουθενά. Τίποτε στο σώμα των επίσημων καταγραφών της συλλογικής μας μνήμης, στην ιστοριογραφία μας, στις εφημερίδες και τα περιοδικά μας δεν μαρτυρούσε ότι αυτή η στενή λωρίδα γης που μας γέννησε, δεν καταποντίστηκε ως άλλη Ατλαντίδα, αλλά εξακολουθούσε να υπάρχει και μετά τη δική μας αποχώρηση, έστω και με άλλους κατοίκους.
Ήταν μια ιδιότυπη μορφή ιστορικής μνησικακίας από ένα λαό, ο οποίος δεν ήθελε να γνωρίζει τίποτε για μια πατρίδα, που δεν μπορούσε πλέον να τη χαίρεται; Δεν το νομίζω.  Προσωπικά κλείνω μάλλον προς την άποψη ότι ήταν μία ακόμη επιταγή των βασικών διεθνοπολιτικών επιλογών του κράτους, στο οποίο ζούσαμε. Εφόσον Ελλάδα και Τουρκία ανήκαν πλέον στον ίδιο διεθνή αμυντικό σχηματισμό, εν προκειμένω το ΝΑΤΟ, όφειλαν να εξαλείψουν από την ιστορική μνήμη των λαών τους ενοχλητικές λεπτομέρειες, που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν προβλήματα στο μέλλον.

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

Σημείωμα της σύνταξης: «Τί τρέχει με το Άμαστρις;»





Από μικρό παιδί είχα ένα μόνιμο άγχος κάθε που φορά που έπρεπε να βρεθώ αντιμέτωπος με μια κόλα χαρτί. Δεν είναι ότι δεν είχα εμπιστοσύνη στη φαντασία μου. Μ’ αυτήν είχα πάντα σχέσεις μάλλον αγαθές. Απλά είχε από τότε την κακή συνήθεια να με επισκέπτεται με την ίδια περίπου συνέπεια, όπως κι οι διανομείς διαφημιστικών φυλλαδίων που χτυπούν κάθε τόσο το κουδούνι του σπιτιού μου: κάθε πιθανή στιγμή της ημέρας εκτός από εκείνη που πραγματικά τους χρειάζομαι, την ώρα δηλαδή που έχω κλειδωθεί απ’ έξω και ψάχνω απεγνωσμένα για έναν μαγικό αριθμό τηλεφώνου...
Δυστυχώς ούτε και τώρα, που η ιδιότητα του επαγγελματία γραφιά έχει θέσει σε δεύτερη μοίρα κάθε άλλη ιδιότητα που είχα στη ζωή μου, κατόρθωσα να απαλλαγώ οριστικά από αυτό το βάσανο. Και κάθε φορά που ξεκινώ την περιπλάνηση στις γειτονιές της θεματολογίας μου, είτε στις χιλιοπερπατημένες και γνώριμες, είτε στις νέες κι ακόμη ανεξερεύνητες, ξέρω πολύ καλά ότι η κατάληξη θα είναι πάντα το ίδιο βασανιστική: κάποιες ατέλειωτες ώρες μπροστά στην εξοργιστικά λευκή οθόνη του υπολογιστή, από την οποία θα μπορέσω να ξεφύγω, μόνο όταν θα έχω τα χέρια μου το εισαγωγικό σημείωμα του τεύχους.
Ειδικά όμως τούτο το σημείωμα του φετινού Δεκέμβρη -ενός Δεκέμβρη που η ζωή τα έφερε έτσι, ώστε να μείνει ορφανός και ξεκρέμαστος, όπως ορφανός και ξεκρέμαστος είναι κάθε Δεκέμβρης, όταν δεν έχει προηγηθεί Νοέμβρης, Οκτώβρης κλπ- είναι το μόνο που ξεκινώ να γράφω απαλλαγμένος από τέτοιου είδους παιδικές δημοσιογραφικές ασθένειες. Άλλωστε είναι τόσα πολλά αυτά που θέλω να πω και τόσα πολλά τα ερωτήματα που είμαι βέβαιος ότι έχουν σχηματιστεί στο μυαλό των αναγνωστών αυτού του περιοδικού (τουλάχιστον όσων το αγαπούν πραγματικά), που νιώθω ότι αυτή τη φορά δεν έχω καμία άνεση για τέτοιου είδους πολυτέλειες.
Ξεκινήσαμε αυτό το περιοδικό χωρίς καμία συναίσθηση ούτε του πόσο σημαντικό, ούτε του πόσο δύσκολο ήταν αυτό που πηγαίναμε να κάνουμε. Και η αλήθεια είναι ότι κάναμε ότι περνούσε από το χέρι μας για να κάνουμε αυτή την εγγενή δυσκολία ακόμη μεγαλύτερη: τολμήσαμε να ερωτοτροπήσουμε με ένα κόστος έκδοσης πρωτοφανές για τα δεδομένα του ποντιακού τύπου, αποκλείσαμε εκ των προτέρων κάθε σκέψη για έσοδα από διαφημίσεις, αρνηθήκαμε με υπερηφάνεια πτωχής πλην τίμιας πρωταγωνίστριας του παλιού ελληνικού κινηματογράφου τη βοήθεια ανθρώπων ή φορέων που προθυμοποιήθηκαν να μας βοηθήσουν. Βάλαμε δηλαδή τις ιδέες μας πάνω από την πεζή πραγματικότητα και ως κακοί και αδιάφοροι γονείς στερήσαμε από το εκδοτικό μας δημιούργημα όλες εκείνες τις μικρές «διευκολύνσεις», που θα καθιστούσαν περισσότερο ανώδυνη την πρώτη δύσκολη περίοδο του βίου του.
Επειδή όμως τα τελευταία χρόνια δεν αντιγράφει μόνο ο κινηματογράφος τη ζωή, αλλά καμιά φορά συμβαίνει και το αντίστροφο, φαίνεται ότι οι αριθμοί συνωμότησαν για να μας δικαιώσουν. Αρκεί να σας πω ότι τα δύο τελευταία τεύχη του Άμαστρις που λάβατε στα χέρια σας πριν από αυτό εδώ, είχαν κατορθώσει παρά τη εξαιρετικά δύσκολη οικονομική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία εκδόθηκαν, να καλύψουν σχεδόν το 90% του κόστους τους. Ήταν μια τεράστια επιτυχία που μας έκανε προς στιγμήν να αναθαρρήσουμε, τόσο ώστε να μην αντιληφθούμε τις ακόμη μεγαλύτερες δυσκολίες που μας περίμεναν.