ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Πως μπορώ να λαμβάνω το Άμαστρις;

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

Ο Τύπος των Ποντίων στον Πόντο, τον Καύκασο και την Ελλάδα (Μέρος Γ΄: τέως Ε.Σ.Σ.Δ.)


του Δημήτρη Πιπερίδη
(αναδημοσίευση από τον τρίτο τόμο του ειδικού αφιερώματος 
του National Geographic για τον Πόντο)



Μετά το 1924 ο ποντιακός Τύπος της τ. Ε.Σ.Σ.Δ. μπαίνει σε μία νέα φάση. Οι παλαιές εφημερίδες κλείνουν και στη θέση τους εμφανίζονται νέες με ριζικά διαφορετικό ιδεολογικό προσανατολισμό. Ο λόγος δεν είναι τόσο η αποστέρηση του ελληνισμού της Γεωργίας από την «αστική» πολιτική και πνευματική του ηγεσία (που εγκαταλείπει αθρόως το Βατούμ και το Σοχούμ για να έρθει στην Ελλάδα), όσο κυρίως η επικράτηση ενός νέου πολιτικού και κοινωνικού συστήματος, που θέτει τους δικούς του κανόνες στη λειτουργία του τύπου. Όπως μαρτυρούν οι τίτλοι τους («Κομμουνιστής», «Κολεκτιβιστής», «Κόκκινος Καπνάς» κλπ) τα έντυπα που θα αναλάβουν να διαδεχθούν τον «αστικό» ποντιακό τύπο της περιόδου 1910-1920, είναι έντυπα που δεν υπηρετούν απλά τη νέα πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα που έχει εγκαθιδρυθεί στη χώρα, αλλά εκπορεύονται ευθέως από αυτή. Στη διεύθυνσή τους βρίσκουμε πλέον ονόματα δραστήριων κομμουνιστών δημοσιογράφων και διανοουμένων, τα περισσότερα από τα οποία απουσιάζουν εντελώς από τις σελίδες του ποντιακού τύπου της προηγούμενης περιόδου. Όμως και η «γεωγραφία» του ποντιακού τύπου θα αλλάξει ριζικά, αφού πλέον την πρωτοκαθεδρία δεν έχουν οι πόλεις της παραλιακής ζώνης με τις υψηλές συγκεντρώσεις Ποντίων αστών, όσο κάποιες άλλες εστίες του Ελληνισμού της τ. Ε.Σ.Σ.Δ., όπως το Ροστόβ ή το Κράσνονταρ, κατοικούμενες κυρίως από συμπαγείς προλεταριακούς (αγροτικούς για την ακρίβεια) ποντιακούς πληθυσμούς.

Ο Τύπος των Ποντίων στον Πόντο, τον Καύκασο και την Ελλάδα (Μέρος Β΄: Τσαρική Ρωσία)


του Δημήτρη Πιπερίδη
(αναδημοσίευση από τον τρίτο τόμο του ειδικού αφιερώματος 
του National Geographic για τον Πόντο)


Την ίδια περίπου περίοδο με την έκδοση των πρώτων ελληνικών εφημερίδων στα αστικά κέντρα του Πόντου έχουμε και τις πρώτες ελληνικές εφημερίδες που εκδίδονται στις ελληνικές παροικίες της Μαύρης Θάλασσας. Οι περισσότεροι ερευνητές της ιστορίας του ποντιακού τύπου στέκονται ιδιαίτερα στις ελληνικές εφημερίδες που εκδίδονται στην Οδησσό μετά το 1900 («Κόσμος» και «Νέος Κόσμος», «Φως» κλπ). Η ένταξη όμως των συγκεκριμένων εφημερίδων στο κεφάλαιο του «ποντιακού Τύπου» είναι αρκούντος προβληματική, αφού ούτε το αναγνωστικό τους κοινό, ούτε η εν γένει θεματολογία τους ταυτίζεται πάντα με την έννοια του «Ποντιακού Ελληνισμού». Αντιθέτως πολύ πιο κοντά σε αυτό που θεωρούμε «ποντιακός τύπος» βρίσκονται οι ελληνικές εφημερίδες που αρχίζουν να εκδίδονται την εποχή αυτή στον Καύκασο με επίκεντρο το Βατούμ. Η σημαντικότερη από αυτές είναι αναμφίβολα ο «Αργοναύτης», που εκδίδει στην πόλη του Βατούμ ο Σταύρος Γαληνός. Όπως και ο τραπεζουντιακός «Φάρος της Ανατολής», έτσι και ο «Αργοναύτης», εκδίδεται από επαγγελματία επιχειρηματία του τυπογραφικού και εκδοτικού χώρου και κινείται με προδιαγραφές σαφώς περισσότερο «επαγγελματικές» σε σχέση με τα υπόλοιπα έντυπα της περιόδου αυτής. Έτσι ο «Αργοναύτης» φτάνει στην ακμή του να είναι οκτασέλιδος (το μοναδικό ίσως έντυπο προ του 1922 που κατορθώνει να φτάσει σε αυτό το μέγεθος) και στηρίζεται σε ένα ευρύ δίκτυο αντιπροσώπων και ανταποκριτών τόσο στον Καύκασο, όσο και στον κυρίως Πόντο. Η άλλη ιστορική εφημερίδα που εκδίδεται την ίδια περίπου περίοδο στην προεπαναστατική (στην επαναστατημένη για την ακρίβεια) Ρωσία, είναι ο «Ελεύθερος Πόντος» που εκδίδει, πάλι στο Βατούμ, ο γιατρός Θεοφύλακτος Θεοφυλάκτου. Το χαρακτηριστικό στοιχείο που διακρίνει αυτή την εφημερίδα από τις υπόλοιπες είναι ότι πρόκειται για το μοναδικό ποντιακό έντυπο ολόκληρης αυτής της περιόδου που δηλώνει ότι εκφράζει όχι ένα πρόσωπο ή μια εμπορική εκδοτική επιχείρηση, αλλά μια οργανωμένη συλλογικότητα, και εν προκειμένου το «Εθνικό Συμβούλιο των Ελλήνων του Πόντου», που έχει συσταθεί την περίοδο αυτή στον Καύκασο για να προπαγανδίσει την ιδέα της δημιουργίας ανεξάρτητης Δημοκρατίας του Πόντου. Από ένα σημείο και πέρα μάλιστα, αυτή η στράτευση αναγράφεται ρητά και στην ίδια την εφημερίδα.

Εκείνο που είναι χαρακτηριστικό για τον ερευνητή της ιστορίας του Ποντιακού τύπου, και έχει να κάνει με τα ποντιακά έντυπα της τελευταίας περιόδου πριν τη Συνθήκη της Λωζάνης, είναι ότι σε αντίθεση με τις εφημερίδες της Τραπεζούντας, από τις οποίες δυστυχώς δεν έχουν σωθεί φύλλα της ίδιας περιόδου, «Αργοναύτης» και «Ελεύθερος Πόντος», όχι μόνο εκδίδονται την ίδια περίπου περίοδο, αλλά έχουν σωθεί και όλα τα φύλλα τους, με αποτέλεσμα να μπορούμε να έχουμε μια πληρέστατη εικόνα τόσο για τις ίδιες τις εφημερίδες, όσο και για το γενικότερο κλίμα της ιστορικής περιόδου μέσα την οποία εκδίδονται (αντιθέτως τα σωζόμενα φύλλα του «Φάρου της Ανατολής» και της «Εποχής» ανάγονται σε διαφορετικές περιόδους, με αποτέλεσμα μόνον «εξ αντανακλάσεως» να μπορούμε να εικάσουμε τη διαφορετική στάση τους απέναντι στις σημαντικές ιστορικές εξελίξεις της εποχής).

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

Ο Τύπος των Ποντίων στον Πόντο, τον Καύκασο και την Ελλάδα (Μέρος Α΄: Πόντος)


του Δημήτρη Πιπερίδη
(αναδημοσίευση από τον τρίτο τόμο του ειδικού αφιερώματος 
του National Geographic για τον Πόντο)

Ο όρος «ποντιακός Τύπος» χρησιμοποιείται συνήθως στη σχετική βιβλιογραφία για να περιγράψει ένα εξαιρετικά ευρύ φάσμα εντύπων, που έχουν ως μοναδικό κοινό τους γνώρισμα το γεγονός ότι εκδόθηκαν από τους Έλληνες του Πόντου ή απευθύνθηκαν σε αυτούς σε κάποια φάση της ιστορικής τους διαδρομής. Πρόκειται για επιλογή δεοντολογικά αμφιλεγόμενη. Κι αυτό γιατί παραγνωρίζει το γεγονός ότι είναι διαφορετικό πράγμα τα φιλολογικά περιοδικά που εξέδιδαν οι Έλληνες της Τραπεζούντας στα τέλη του 19ου αιώνα, άλλο πράγμα οι επαγγελματικές εφημερίδες που τα διαδέχθηκαν και που αποτελούν χαρακτηριστική περίπτωση «μειονοτικού» Τύπου, άλλο οι ιδεολογικά στρατευμένες εφημερίδες των Ελλήνων της τ. Ε.Σ.Σ.Δ., και άλλο, φυσικά, τα σημερινά έντυπα των Ποντίων της Ελλάδας, που πληρούν όλα τα στοιχεία αυτού που ονομάζουμε «εθνοτοπικός» Τύπος.
Οι απαρχές του «ποντιακού Τύπου» τοποθετούνται στο β’ μισό του 19ου αιώνα και συμπίπτουν -καθόλου τυχαία- με δύο σημαντικές εξελίξεις που σημειώνονται την περίοδο αυτή μεταξύ των Ελλήνων του Πόντου: η πρώτη είναι η σταδιακή μετεξέλιξη του εκπαιδευτικού οικοδομήματος που έστησαν οι Έλληνες της περιοχής από ιδεολογικά αυτοτροφοδοτούμενο εκπαιδευτικό μηχανισμό σε μηχανισμό εισαγωγής και διάδοσης της εθνικής ιδεολογίας που παράγεται την εποχή αυτή στο εθνικό κέντρο και εξάγεται ταχύτατα στις διάφορες μητροπόλεις του αλύτρωτου Ελληνισμού. Η δεύτερη και σημαντικότερη εξέλιξη είναι η εξαιρετικά ταχεία -σχεδόν «αυτόματη»- εμφάνιση μιας εγχώριας ελληνικής αστικής τάξης με δικά της παραγωγικά χαρακτηριστικά. Ενθαρρυμένη από την οικονομική ισχύ που της εξασφαλίζει η ενασχόλησή της με διαμεσολαβητικές κυρίως δραστηριότητες, η αστική τάξη των Ελλήνων του Πόντου επιχειρεί από την πρώτη στιγμή της εμφάνισής της στην ιστορία να αποκτήσει όλα όσα διαθέτουν την ίδια περίοδο οι Έλληνες αστοί των υπολοίπων μητροπόλεων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας: δικές τους επιχειρηματικές δομές (ντόπιες Ελληνικές τράπεζες και ασφαλιστικές επιχειρήσεις), δικές τους δομές κοινωνικής δικτύωσης (π.χ. εμπορικές λέσχες) και δικό τους Τύπο. Έτσι δεν θα ήταν υπερβολή, αν σημειώναμε ότι ο Τύπος των Ελλήνων του Πόντου είναι κατά την φάση αυτή, της γένεσής του, Τύπος ιδεολογικά «εθνοκεντρικός», ενώ ταξικά εκφράζει πρωτίστως τις (ιδεολογικές, κοινωνικές, ακόμη και επιχειρηματικές) ανάγκες των ανερχόμενων Ελλήνων αστών του Ευξείνου Πόντου, από τους οποίους άλλωστε αντλεί τη χρηματοδότησή του.

Λίγες σκέψεις περί ακροάσεως της ποντιακής μουσικής (στο Γωγοπούλ’…)


του Κωνσταντίνου Σ. Τσαχουρίδη
Δρ.Εθνομουσικολογίας

«Ξέρετε πόσο καλύτερη μουσική θα έγραφα αν ήξερα ότι το ακροατήριο μου αποτελείται από ανθρώπους σαν τον Μότσαρτ;…» Αναλαμβάνοντας το κίνδυνο δημιουργίας πολλών ασαφών σκέψεων, ξεκινάω με τούτη την ρητορική ερώτηση που άκουσα από τον διάσημο συνθέτη κινηματογραφικής μουσικής του Hollywood, Jerry Goldsmith (1929-2004), όταν διηύθυνε τη συμφωνική του Λονδίνου (2003). Συμμερίζομαι με σθένος πως η ακρόαση είναι «χάρισμα» και όπως συμβαίνει με όλα τα χαρίσματα, μας προσφέρεται σε διάφορους βαθμούς (Copland, 1980:22). Η φύση αυτού του χαρίσματος καθιστά αδύνατη την όποια μέτρησή του ενώ δεν υπάρχει κανένας υλικός λόγος για τον οποίο θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε διαγωνισμό καλύτερης ακρόασης μιας και η υποκειμενικότητα δεσπόζει σε όλο το φάσμα αυτής της τόσο όμορφης και ανθρώπινης διαδικασίας (...)

Ένα τέτοιο μοναδικό παράδειγμα ακρόασης είναι και ο Κωστάκης Πετρίδης. Και για να μην υπάρξουν εσφαλμένες εντυπώσεις και η γνωστή ερώτηση: μα δεν παίζει ο Κωστάκης ατόφια «παράδοση»; Η ακαδημαϊκή απάντηση είναι ότι «όχι» δεν παίζει μιας και δεν υπάρχει εξ’ ορισμού «ατόφια» παράδοση. Αλλά ας υποθέσουμε ότι απαντούμε «ναι» στο παραπάνω ερώτημα, με την ευρεία έννοια του όρου. Τότε αξίζει να αναφέρουμε δύο σημαντικά τεχνικά στοιχεία που μας χαρίζουν οι ηχογραφήσεις του Κωστάκη, ίσως άγνωστα στο ευρύ κοινό αλλά και στους παλαιότερους λυράρηδες.
Πρώτον και σημαντικότερον, το γεγονός ότι ο Κωστάκης υπήρξε, κατά τη προσωπική γνώμη του συγγραφέα, ο πρώτος «σωστός» μέχρι στιγμής λυράρης που συνόδευε με τόση δεξιοτεχνία τη σολιστική φωνή.

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012

Η ιστορία ενός ονόματος: Άμαστρις

της Ελένης Τ. Μεντεσίδου
Αρχαιολόγου

H σημερινή Άμαστρις (Amasra)


Το πρώτο που έρχεται στο νου, στο άκουσμα του ονόματος Άμαστρις, είναι η ομώνυμη πόλις που βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της νοτίου ακτής του Ευξείνου Πόντου. Λιγότερο γνωστό είναι το γεγονός πως η πόλις αυτή ιδρύθηκε από την Άμαστρι, περσίδα πριγκίπισσα και σύζυγο του τυράννου της Ηράκλειας Ποντικής, Διονυσίου.

Η Άμαστρις είχε αριστοκρατική καταγωγή καθώς ήταν κόρη του Οξυάτρη, αδερφού του βασιλιά Δαρείου. Οι πληροφορίες για τη ζωή της πριγκίπισσας είναι λίγες και αφορούν κυρίως τους γάμους που έκανε με ισχυρούς άνδρες της εποχής στα πλαίσια των πολιτικών συμμαχιών. Κατά τη διάρκεια της ταραχώδους περιόδου που διαδέχθηκε το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η τέλεση γάμων μεταξύ μελών βασιλικών οικογενειών ήταν σύνηθες φαινόμενο και αποτελούσε μέρος της πολιτικής διπλωματίας. Οι γόνοι αριστοκρατικών οικογενειών συχνά ‘θυσιάζονταν’ στο βωμό της πολιτικής επιτυχίας των γονέων ή των συζύγων τους και οδηγούνταν στην σύναψη λευκών γάμων. Η ζωή της Αμάστριδος είναι γεμάτη από τέτοιους γάμους.

Ως ανιψιά του Δαρείου η Άμαστρις μεγάλωσε μαζί με τη συνομήλική της πριγκίπισσα Στάτειρα. Στη συνέχεια τη συναντούμε να συνοδεύει τη βασιλική οικογένεια κατά την εκστρατεία του Δαρείου εναντίον του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Μετά τη σημαντική μάχη και τη νίκη του Αλεξάνδρου στην Ισσό, οι γυναίκες της αυλής, που κατά την εθιμοτυπία συνόδευαν το βασιλιά, αιχμαλωτίστηκαν από τις δυνάμεις των μακεδόνων. Μεταξύ των γυναικών βρίσκονταν η μητέρα του Δαρείου, η γυναίκα του, η αδελφή του, οι δυο του κόρες και πιθανότατα η ανιψιά του Άμαστρις.

Στον Κώστα Πετρίδη...

του Κωνσταντίνου Φωτιάδη
Καθηγητή Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού
στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας
Προέδρου του Κέντρου Ποντιακών Μελετών

«Ρίζα μ’ Γωγοπούλ’, εσέν ’κ’ έπρεπαν σάβανα…»
Το πένθος δεν μπορεί να περιγραφεί: απορρέει από εικόνες και σκόρπιες αναμνήσεις που με κατακλύζουν και συνθέτουν ξεχωριστές εμπειρίες από το πέρασμα του Κωστάκη Πετρίδη στην προσωπική μου ιστορία. Είναι στιγμές που οι εφήμερες υπάρξεις μας τέμνονται με τρόπο καταλυτικό και συνιστούν συνάντηση με την μικρή ιστορική μας διαδρομή στον αείρροο χρόνο. Πολλές φορές σκέφτομαι πως αν πράγματι είμαστε φτιαγμένοι από αστρική σκόνη τότε η περίπτωση του καλλιτέχνη Κωστάκη Πετρίδη είναι γεμάτη από μια λάμψη που καταυγάζει όλο το τοπίο γύρω μας.: τους φίλους του που άκουγαν την θεϊκή του λύρα που τραγουδούσε τους καημούς των προσφύγων. Τον ξεχωριστό μας λυράρη τον Γώγο Πετρίδη, που τον γέννησε και τον καμάρωνε για την τέχνη του. O πατέρας του ήταν ο άνθρωπος που μας λύτρωσε με το παίξιμό του, μας ταξίδεψε στις αλησμόνητες πατρίδες μας και μας δημιούργησε την αίσθηση ότι, όσο η κληρονομιά μας στον πολιτισμό είναι ζωντανή, τίποτα δεν έχει χαθεί, αφού οι πρόγονοι ζουν και υπάρχουν μέσα μας. Τον επίσης ξεχωριστό παππού του Σταύρη που καταγόταν από το Φαντάκ’ του Πόντου ο οποίος είναι για όλους μας ένας γενάρχης, ένας εκφραστής της παράδοσης και της ιστορίας μας, ένας άνθρωπος που μετουσίωσε πρώτος αυτός τον πόνο της ράτσας μας σε τραγούδι και χορό. Ήταν ο παππούς που τον καμάρωνε από ψηλά, γιατί συνέχιζε την τέχνη του. Τα άλλα αδέλφια του, τον Σταύρη και τον Σάββα, που αναλώνονται επίσης τραγουδώντας τους καημούς του κόσμου με τον κεμεντζέ και λογίζονται ομότεχνοί του.

Όσον αφορά τώρα τη συνάντησή μας στο Βερολίνο και την συμβίωση μας, για ένα επταήμερο στο φιλόξενο σπίτι του φίλου μας γιατρού Κώστα Σαββίδη, νιώθω την ανάγκη να μιλήσω με περίσσια συγκίνηση. Στην ουσία ήταν η πρώτη φορά που τον γνώριζα από τόσο κοντά, που με άφησε να αγγίξω τις ευαισθησίες του και να ακουμπήσω τον πόνο της ψυχής του. Η οικογένεια ολόκληρη, αυτή που χάρισε στον Πόντο με τη μουσική, το τραγούδι και τον χορό της στιγμές απέραντης αγαλλίασης είχε την πιο τραγική μοίρα. Ο πατέρας έφυγε στην πιο ώριμη και δημιουργική καλλιτεχνική του περίοδο. Η μητέρα πέθανε απομονωμένη, κλεισμένη σε έναν νοσηρό κόσμο. Ο ένας αδελφός έφυγε στην Αμερική και δεν κατάφερε ούτε καν να συνοδεύσει στον άλλο κόσμο την σωρό της μητέρας και του αδερφού του. Και ο μικρότερος βίωσε χρόνια τώρα αυτή την αντίφαση ανάμεσα στο μεγαλείο της ευφυΐας και στην αδυναμία της μελαγχολίας.. Ένα παιχνίδι του νου με ιδιαίτερη τραγική κατάληξη..

Κι όμως εκείνη την περίοδο του Βερολίνου νομίζω πως άγγιξα την ευαίσθητη ψυχή του Κωστάκη και θαρρώ πως και εγώ του άνοιξα τη δική μου. Όχι μόνο γιατί ο Κωστάκης μου χάρισε εκλεπτυσμένες γεμάτες συναισθήματα βραδιές μέσα από τους ήχους του που με ταξίδεψαν πέρα από τα όρια του κόσμου μας, αλλά κυρίως επειδή σκάβοντας στο παρελθόν ανακάλυπτα μέσα από τη μουσική του συγκινήσεις που με προσδιόρισαν και γινόμουν καλύτερος άνθρωπος. Ήταν νύχτες μαγικές σε απάτητους δρόμους όπου η αισθαντική ψυχή του καλλιτέχνη σμίγει και συναντά τις ευαίσθητες χορδές της δικιάς μας ύπαρξης. Τόσο εγώ όσο και ο γιατρός Κώστας Σαββίδης, θα θυμόμαστε με μια συγκινημένη γαλήνη το φως που άναψαν οι διαδρομές της λύρας του στις ψυχές μας.

Η τελευταία φορά που απόλαυσα το παίξιμό του και βυθίστηκα στο αστρικό σύμπαν του ήταν στο πολυκέντρο «Χωριό της Ειρήνης» του Βασίλη Καρά όπου η παρέα μας αποτελούμενη από τον ολυμπιονίκη Γιώργο Ποζίδη, που του συμπαραστάθηκε όσο κανένας άλλος τα τελευταία χρόνια σε δύσκολες στιγμές, λίγους «Γωγόπληκτους» και κυρίως «Γωγοπουλιόπληκτους» και τον τραγουδιστή Γιάννη Κουρτίδη, κατάφερε να ακινητοποιήσει τον χρόνο και να μας βυθίσει στην ακρόαση στιγμών που θύμιζαν όσο τίποτα άλλο εκείνες ανάμεσα στον Γώγο, τον πατριάρχη της λύρας και τον Χρύσανθο, το αηδόνι του Πόντου. Μόνο που τότε δεν ήξερα πως ήταν η τελευταία φορά που γέμιζα την ψυχή μου με αυτή τη θεϊκή μουσική πανδαισία που ξεχυνόταν από τα μύχια βάθη της ταραγμένης εφήμερης ύπαρξής του..

Ωστόσο, υποψιασμένος αρκετά, έσκυβα με αγάπη σε ειδήσεις που τον αφορούσαν. Μάθαινα πως ήταν μόνος, κλεισμένος στον εαυτό του, πως πάλευε με τους δαίμονες μέσα του κουβαλώντας ένα ευάλωτο ψυχικό φορτίο και περιφέροντας την εφήμερη ύπαρξή του στο «σπίτι με τα κατεβασμένα ρολά», όπως πολύ προφητικά πρόβλεψε, ο φίλος Δημήτρης Πιπερίδης, στο πολύ αξιόλογο περιοδικό του Άμαστρις. Ήταν λίγο πριν από το τέλος που αρνιόταν να χαρίσει στους άλλους τη μουσική του, το θείο αυτό δώρο. Και έσβησε όπως τα άστρα  την αυγή νέος ακόμα περισσότερο από ποτέ προικισμένος και έγινε ένα με την αστρική σκόνη από την οποία ήταν πλασμένος.

Καλό κατευόδιο Κωστάκη..


Τα κλαρίνα, οι μελωδίες, οι χοροί και οι Καρσλήδες

του Κυριάκου Μωυσίδη
Χοροδιδάσκαλου

Μπορεί άραγε ένα μουσικό όργανο να επηρεάσει την χορευτική παράδοση ενός τόπου και να τη συνδιαμορφώσει; Και αν ναι, σε τι βαθμό; Πιο συγκεκριμένα πόσο καταλυτικός υπήρξε ο ρόλος του κλαρίνου στη διαμόρφωση του χορευτικού ρεπερτορίου στην περιοχή του Καρς, τον πλουραλισμό που το διακρίνει και το ύφος του; Έχοντας υπ’ όψιν  μας τη δημοφιλία του εν λόγω οργάνου στην περιοχή θα μπορούσαμε να παρασυρθούμε σε εύκολες καταφατικές απαντήσεις, είναι όμως έτσι;
Πώς όμως έφτασαν στη στρατιωτική μπάντα των Ρώσων; Μήπως ήταν ήδη μουσικοί; Ποιο μουσικό όργανο έπαιζαν; Τα παραδοσιακά πνευστά όργανα του Πόντου είναι ο ζουρνάς, το τουλούμ’ και το καβάλ’. Υπήρχε άραγε στην περιοχή του Καρς και κάποιο επιπλέον πνευστό, πιο κοντά στο κλαρίνο, ένα απλοποιημένο κλαρίνο ας πούμε; Δεν είναι εξακριβωμένο, όχι όμως και απίθανο! Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη. Γιατί δεν είχαν ανάλογη πορεία οι λυριτζήδες με την υιοθέτηση του βιολιού, όπως ήδη είχε συμβεί ως ένα βαθμό σε αρκετές περιοχές του Πόντου;
(...) Το κλαρίνο έχει χρωματίσει μοναδικά τη μουσική παράδοση των Ελλήνων του Καρς και έχει επηρεάσει και τους χορούς τους. Σήμερα συνεχίζει να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής της παράδοσης και εν πολλοίς έχει περάσει και σε άλλες ομάδες Ποντίων ακόμα και σ’ αυτούς που παλιότερα δεν είχαν τέτοια ακούσματα. Οι γνώσεις μας για τη διάδοσή του και τη συμβολή του όμως στην παράδοση μας είναι μικρές. Χαίρομαι που νεώτεροι μουσικοί που ασχολούνται με το κλαρίνο όντας μέλη οικογενειών με παράδοση σ’ αυτό, όπως ο Γιώργος Ιακωβίδης και ο Μιχάλης Σιώπης,  ασχολήθηκαν στα πλαίσια των σπουδών τους με αυτό το θέμα. Ελπίζω αυτό το άρθρο να παρακινήσει και άλλους να ασχοληθούν και να βρουν απαντήσεις στα αρκετά αναπάντητα ερωτήματα που θέτω εδώ και να προχωρήσουν την έρευνα παραπέρα.