ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Πως μπορώ να λαμβάνω το Άμαστρις;

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Το Βατούμ των Ελλήνων...



Στις διηγήσεις των Ποντίων της πρώτης γενιάς περίοπτη θέση δίπλα στις ιστορικές κοιτίδες του Ελληνισμού της Μαύρης Θάλασσας, όπως η Τραπεζούντα, η Κερασούντα, η Αμισός και η Σινώπη, καταλαμβάνει και μια πόλη με ξενικό όνομα, η οποία μάλιστα γεωγραφικά και ιστορικά δεν εντάσσεται σε αυτό πού εννοούμε λέγοντας Πόντος: το Βατούμ. Τις τελευταίες όμως δεκαετίες της ζωής των Ελλήνων του Πόντου στην ιστορική πατρίδα τους, είχε συνδεθεί τόσο στενά με τύχη του Ποντιακού Ελληνισμού, όντας το συνηθέστερο ασφαλές καταφύγιό τους απέναντι στην καταπίεση και την αυθαιρεσία των Τουρκικών αρχών, ώστε την αγάπησαν δικαιολογημένα σαν δική τους.

Το Βατούμ, ο «Βαθύς Λιμήν» της αρχαιότητας βρίσκεται εκεί ακριβώς που οι αρχαίοι Έλληνες τοποθετούσαν τη μυθική Κολχίδα. Υπό την έννοια αυτή δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στο λιμάνι της πόλης δεσπόζει σήμερα ένα γιγαντιαίο άγαλμα της Μήδειας!
Επί πολλούς αιώνες το Βατούμ παρέμενε ένα μάλλον μέτριο σε μέγεθος χωριό, γνωστό μόνο για το ασφαλές λιμάνι του και τις οχυρώσεις που πραγματοποίησαν σε αυτό οι κατά καιρούς κύριοι του. Το 1627 καταλήφθηκε οριστικά από τους Τούρκους, οπότε και άρχισε η διαδικασία εξισλαμισμού της Ατζαρίας (της παραθαλάσσιας περιοχής της Γεωργίας, που έχει πρωτεύουσα το Βατούμ). Το 1807 το τουρκικό Μπατούμ διέθετε πληθυσμό 5.000 κατοίκων και αποτελούσε το κέντρο του Οθωμανικού δουλεμπορίου στην περιοχή της Υπερκαυκασίας.
Το 1878 με τη γνωστή Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου η πόλη και η ενδοχώρα της προσαρτήθηκαν στην Τσαρική Ρωσία. Υπό τη ρωσική διακυβέρνηση το Βατούμ αναδείχτηκε γρήγορα στο σημαντικότερο λιμάνι της περιοχής του Καυκάσου, έπειτα από αθρόες κυβερνητικές επενδύσεις σε έργα ναυτιλιακής υποδομής. Η σπουδαιότητά του οφείλεται στο ότι ήταν το ασφαλέστερο λιμάνι ολόκληρης της ακτής από το Κερτς έως τη Σινώπη και η ανάπτυξή του βασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στις διαρκώς αυξανόμενες εξαγωγές πετρελαίου από το Μπακού που έδινε την εποχή εκείνη το 1/3 της παγκόσμιας πετρελαιοπαραγωγής. To 1883 εγκαινιάστηκε o Υπερκαυκασιακός Σιδηρόδρομος που συνέδεε το Μπακού με το Βατούμ, γεγονός που απογείωσε στην κυριολεξία την οικονομική ζωή της πόλης, η οποία μέσα σε χρόνο ρεκόρ γέμισε από σύγχρονες βιομηχανίες, διυλιστήρια, μονάδες παραγωγής κηροζίνης κ.α.

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

Στιγμές...

από τον Eleftherios Kostans

Τουρκία 2009, Λιβερά
Κάποιοι άνθρωποι στην περιοχή του Πόντου επιβιώνουν πουλώντας πολιτιστικά «μπιχλιμπίδια» στους τουρίστες. Εδώ ένα παιδί ντυμένο με την γυναικεία φορεσιά της περιοχής των Σουρμένων πουλά κούκλες ντυμένες με το ίδιο πολύχρωμο μοτίβο που έχει γίνει πασίγνωστο χάρη στους ταξιδιωτικούς οδηγούς. Ορισμένοι ταξιδιωτικοί οδηγοί άλλωστε, περιγράφουν τις Σουρμενίτισσες ως τις πιο όμορφες γυναίκες ολόκληρης της Μαύρης Θάλασσας.

Δημοσιεύθηκε στο τεύχος 21 του περιοδικού Άμαστρις


Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

«Κάποια Πρωτοχρονιά...»

(Από τις παιδικές αναμνήσεις του Δημήτρη Ψαθά)


Καθώς τις χρονιάρες τούτες μέρες το μυαλό φτερουγίζει πάντα προς τα παιδικά χρόνια, θα θυμηθώ σήμερα πάλι κάποια μακρινή Πρωτοχρονιά στην Τραπεζούντα, σε χρόνια ταραγμένα -ξεχασμένα- εν έτει σωτηρίω… 1917. Ήταν ένα αστείο γεγονός -ολόκληρη η πόλη να είναι ντυμένη στα ίδια υφάσματα, του ίδιου τύπου, των ίδιων χρωματισμών κι αυτό να προκαλέσει την κατάρα του δεσπότη. Επειδή όλα αυτά τα υφάσματα ήσαν… κλεμμένα! Όχι μονάχα ήσαν κλεμμένα, αλλά και σε κραυγάζανε με τα ποικίλα σχέδιά τους, τόσο μαρκαρισμένα και τόσο στερεότυπα όλα, ώστε μόλις έβλεπες καμιά γυναίκα -προπάντων οι γυναίκες τα φορούσαν- έλεγες:

-Κεμπρούκ!

Κεμπρούκ σήμαινε το τελωνείο -ή τις αποθήκες του τελωνείου- όπου είχε γίνει η ομαδική διαρπαγή υπό συνθήκες πρωτάκουστες και κωμικοτραγικές, ενώ δηλαδή η πόλη βομβαρδιζόταν από τα καράβια της Α. Μ. του Τσάρου πασών των Ρωσιών.

Με τους βομβαρδισμούς αυτούς, που ήσαν τακτικότατοι, είχαμε εξοικειωθεί -επί ένα ή δυο χρόνια τον καιρό εκείνο που ο τσαρικός στρατός προχωρώντας απ’ το Βατούμ καταλάμβανε τα παράλια του Πόντου και ζύγωνε προς την Τραπεζούντα με αντικειμενικό σκοπό να φτάσει εις την Κωνσταντινούπολιν και ο στόλος βομβάρδιζε τις μεγάλες παραλιακές πόλεις για να εξουδετερώσει τις ανύπαρκτες οχυρώσεις των Τούρκων.

Αξίζει να χαράξω μερικές γραμμές γι’ αυτούς τους βομβαρδισμούς -προτού προχωρήσω στο Κεμπρούκ- γιατί είχαν μια αγριάδα αλλά και περίεργη γραφικότητα.
Ιδιαίτερο γούστο -τραγικό- είχε η πρώτη εμφάνιση του ρωσικού στόλου που γέμισε χαρά και ενθουσιασμούς τον ελληνικό πληθυσμό της Τραπεζούντας επειδή θεωρούσε τη Ρωσία προστάτιδα δύναμη και περίμενε απ’ τον τσάρο την απελευθέρωσή του. Γέμισε ο γιαλός από Ρωμιούς που καμάρωναν τα καράβια κι απ’ τα Εξώτειχα, την πιο δυτική παραλιακή συνοικία της πόλης, μέχρι τον Άγιο Γρηγόρη και πέρα, ανατολικά, προς τη Δαφνούντα, όλοι βλέπαμε χαρούμενοι τα καράβια που ζυγώναν, ενώ οι Τούρκοι αγριεμένοι και ανήσυχοι κοιτούσαν να κρυφτούν.
Τα παιδιά του σχολείου -στο περίφημο «Φροντιστήριον Τραπεζούντος», ένα επιβλητικό κτίριο που υψωνόταν κατενάντι στην θάλασσα- είχαμε βγει στα παράθυρα και χαιρετούσαμε τον στόλο. Σε μικρή απόσταση υψωνόταν επιβλητικός επίσης ο Άγιος Γρηγόριος -η μητροπολιτική εκκλησιά- μεσολαβούσε μια απέναντι παραλία, στο τέλος της οποίας υψωνόντουσαν τα τείχη και τα κάστρα των Κομνηνών, σχεδόν άθικτα μέσα στους αιώνες. Απ’ την άλλη μεριά ήταν το λιμάνι, το «Κεμπρούκ» και πέρα η Δαφνούντα. Στην πλάτη αυτής της έκτασης υψωνόταν ο λόφος του Ποζ-τεπε, όπου αναρριχότανε η πόλη.

Με χαρά και αγαλλίαση απ’ το σχολειό μας -το «Φροντιστήριο» -παρακολουθούσαμε κι εμείς οι πιτσιρίκοι τα καράβια που όλο και πλησίαζαν όταν ξαφνικά από το ένα άστραψε μια λάμψη, ύστερα έσκισε τον αέρα ένα σφύριγμα κι απότομα:

-Μπουμ!…

Μια τρομακτική έκρηξη ακούστηκε κι ένας απ’ τους συμμαθητές μας -Σπύρος Μαρμάρης- έπεσε βουτηγμένος στο αίμα. Αστραπιαία ήρθε ο πανικός, ο τρόμος, τρέξαν πολλοί και πιάσαν το παιδί, που είχε τραυματισθεί άσχημα στο χέρι από ένα κομμάτι της οβίδας. Σήμερα ο πρώτος εκείνος τραυματίας ζει στην Αθήνα, έχει κατάστημα και το χέρι του μαρτυρά τα αγαθά της χαρούμενης εκείνης μέρας.

Δεν ήταν, φυσικά, η μόνη οβίδα που έπεσε, ούτε κι ο μόνος βομβαρδισμός της πόλης, εκείνος. Από τότε τα ρούσικα καράβια μας ερχόντουσαν ξαφνικά αλλά κανένας πια δεν έβγαινε σε παράθυρο ή μπαλκόνι για να τα χαιρετήσει. Ο ερχομός -το ξέραμε πια- σήμαινε βομβαρδισμό κι ο πανικός ξεσπούσε μόλις διαγραφόταν στο μακρινό βάθος του ορίζοντα αμυδρότατα ο καπνός των καραβιών, έστω και τόσο αδιόρατος σαν τον καπνό τσιγάρου… Μια κραυγή αντηχούσε τότε:
 -Τα… βαπόρια!

Η ιστορία ενός ξεχασμένου ακριτικού τραγουδιού…



Ήταν κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’90 στην Παναγία Σουμελά στο Βέρμιο. Είχα από μικρό παιδί τάσης φυγής προς την ύπαιθρο κι έτσι την εποχή εκείνη συνήθιζα να ανηφορίζω κάθε 1η Αυγούστου για το «Σπίτι της Σάντας» στην Παναγία Σουμελά και να μένω εκεί μέχρι το Δεκαπενταύγουστο, άλλοτε μόνος μου κι άλλοτε με την παρέα μου. Γέμιζα την τσάντα μου με το ελαφρύτερο ανάγνωσμα που είχε προστεθεί τις μέρες εκείνες στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, επέδραμα στα φανερά στο πορτοφόλι της μάνας μου (και στα κρυφά στο μονίμως αφύλακτο ταμείο της οικογενειακής επιχείρησης) και ξεκινούσα πανευτυχής για τις διακοπές μου, τις μόνες πραγματικές διακοπές που θυμάμαι να έκανα στη ζωή μου.
Στο «Σπίτι της Σάντας» με περίμεναν πάντοτε τα κορίτσια, η Αθηνά και η Υβόννη. Προς θεού, μην πάει ο νους σας στο πονηρό! Διότι τα «κορίτσια», που δεν ήταν πλέον και τόσο κορίτσια, ήταν δύο χωριανές μου χήρες, καμιά δεκαριά χρόνια μεγαλύτερες από τη μάνα μου, που συνήθιζαν κι αυτές, μόλις άρχιζαν οι ζέστες, να ανεβαίνουν στην Παναγία Σουμελά. Με τη διαφορά ότι αυτές δεν έμεναν για λίγες ημέρες, όπως εμείς, αλλά ολόκληρο το καλοκαίρι. Εμείς οι νεώτεροι τις αποκαλούσαμε «ρομάνες» και εδώ που τα λέμε, η ζωή τους θύμιζε κάτι από τις ρομάνες του Πόντου, αφού ανέβαιναν στο Βέρμιο όχι μόνο για παραθέριση, αλλά και για να καθαρίσουν, να φροντίσουν και να δώσουν ζωή στο πανέμορφο πέτρινο οίκημα που έχτισαν οι συγχωριανοί μας της πρώτης γενιάς, ώστε να έχουν κάπου να μείνουν, όταν επισκέπτονται την Παναγία.
Ένα πρωί χτύπησε η πόρτα και τα κορίτσια, που ήταν απασχολημένα με τις δουλειές του σπιτιού, με έστειλαν να ανοίξω. Ήταν ένας ασπρομάλλης λεβεντόγερος, που ζήτησε ευγενικά να γεμίσει το παγούρι του με νερό (το σπίτι μας ήταν -κι απ’ ότι ξέρω, παραμένει- το αγαπημένο καταφύγιο των προσκυνητών που διανυκτέρευαν τριγύρω του σε σκηνές, και οι οποίοι έρχονταν συνήθως για να προμηθευτούν κρύο νερό, να βάλουν κάποιο τρόφιμο στο ψυγείο ή τώρα πλέον, μετά την τελευταία ανακαίνιση, να κάνουν ένα βιαστικό ντουζ).
Δεν υπήρχε περίπτωση να μπεις σε εκείνο το σπίτι, ιδιαίτερα αν ήσουν Πόντιος και ασπρομάλλης, και να μη σε κρατήσουμε για καφέ. Καθίσαμε λοιπόν στο μεγάλο σαλόνι με τους τέσσερις φρεσκοασπρισμένους τοίχους του γεμάτους με φωτογραφίες πεθαμένων από χρόνια ανταρτών, δασκάλων και παππάδων, και πιαστήκαμε στην κουβέντα. Ονομαζόταν Νικόλαος Αμοιρίδης και καταγόταν από το Χρυσοκέφαλο της Δράμας, ζούσε όμως από χρόνια στο Γιδά. Παραδοσιακός λυράρης και αυθεντικότατος χορευτής της Σέρας παρά τα εβδομήντα του χρόνια, επισκεπτόταν, όπως κι εμείς, κάθε χρόνο την Παναγία Σουμελά κι έμενε εκεί, στο αντίσκηνό του, μέχρι το Δεκαπενταύγουστο.

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Το Τσερνομπίλ στοιχειώνει ακόμη τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας...


Αναδημοσίευση από την αγγλόφωνη έκδοση της Hurriyet
Μετάφραση: Άμαστρις





Η συνεχιζόμενη απειλή από την έκρηξη στο πυρηνικό εργοστάσιο της Fukushima στην Ιαπωνία, φέρνει στο νου την καταστροφική έκρηξη που σημειώθηκε πριν από 25 χρόνια στο Τσερνομπίλ . Παρά το γεγονός ότι οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι εξακολουθούν να αρνούνται ότι το ατύχημα του Τσερνομπίλ αύξησε τα περιστατικά καρκίνου στην Τουρκία, οι γιατροί και οι κάτοικοι της Μαύρης Θάλασσας έχουν άλλη άποψη… 

Αν κι έχουν περάσει 25 χρόνια από την καταστροφική έκρηξη που σημειώθηκε στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνομπίλ, τα αποτελέσματά της εξακολουθούν να παραμένουν έκδηλα στην περιοχή, και ιδιαίτερα στις τουρκικές ακτές της Μαύρης Θάλασσας. 
Είκοσι πέντε χρόνια μετά το περιστατικό, που συνέβη στις 26 Απριλίου του 1986, ο ακριβής αριθμός των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους λόγω της ακτινοβολίας στην οποία είχαν εκτεθεί, εξακολουθεί να παραμένει άγνωστος. Όμως ο αριθμός των κρουσμάτων καρκίνου, που έχουν διαπιστωθεί στην περιοχή, δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητος. 
«Έχω χάσει επτά μέλη της οικογένειάς μου από καρκίνο, μεταξύ των οποίων το σύζυγό μου, τη μητέρα μου, και τους δύο γιούς μου, που ήταν νεότατοι», δηλώνει η Meral Kara, κάτοικος Τραπεζούντας, «και τώρα περιμένω πότε θα έρθει η σειρά μου». 
«Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν πολλά κρούσματα καρκίνου στη γύρω περιοχή», δηλώνει ο Yalcin Emiralioğlu, δήμαρχος του Kemalpaşa, μιας μικρής πόλης στην επαρχία Αρτβίν, που εμφανίζει υψηλά ποσοστά καρκίνου. «Κι εγώ ο ίδιος έχω χάσει συγγενείς μου από τον καρκίνο». 

Στους πύργους της Τραπεζούντας…

(Ξένοι περιηγητές στο σύγχρονο Πόντο)




     Μετά από ένα οκτάωρο ιδιαίτερα κουραστικό ταξίδι με μοτοσυκλέτα, πήραμε σήμερα αναγκαστικά μία ημέρα ρεπό, κάνοντας στάση στην Τραπεζούντα, την πρωτεύουσα αρχαίου Πόντου. Δε νομίζω ότι η στάση μιας μέρας θα μας απασχολούσε ιδιαίτερα, αν επρόκειτο για ένα ταξίδι με νταλίκα, είναι όμως πολύ διαφορετικό όταν είσαι υποχρεωμένος να ταξιδεύεις με ταχύτητα μόλις 25 μιλίων την ώρα κάτω από τη βροχή και τον άνεμο.
Η Τραπεζούντα είναι μία αρχαία ιστορική πόλη, αν και η σύγχρονη τουρκική πραγματικότητα έχει αφήσει να επιβιώσουν ελάχιστα ίχνη αυτής της κληρονομιάς. Όλα τα όμορφα παλιά οθωμανικά σπίτια έχουν κατεδαφιστεί και αντικατασταθεί από αντιαισθητικούς όγκους μπετόν, ενώ ακόμη και τα απομεινάρια των προ-ρωμαϊκών τειχών της πόλης χτίστηκαν από πάνω και πνίγηκαν στα θλιβερά απομεινάρια του εκμοντερνισμού. Οι Τούρκοι, αν και ζουν σε μια χώρα με τόσο ένδοξη και ποικιλόχρωμη ιστορία, φαίνονται ότι τρέφουν μια βαθιά περιφρόνηση προς οτιδήποτε έχει προηγηθεί του Κεμάλ Ατατούρκ. Ο Μεγάλος Ηγέτης έδινε πολύ μεγάλη σημασία στον εκσυγχρονισμό και την εθνική ομοιομορφία της Νέας Τουρκίας. Επομένως η ιστορία και κατά συνέπεια η ποικιλομορφία του παλαιού Οθωμανικού κόσμου είναι κατάρα για την κοσμοθεωρία του για ένα «νέο έθνος». Ως αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος και του μετασχηματισμού της Τουρκίας στη χώρα που είναι σήμερα, η Τουρκία κάνει ό,τι μπορεί για να κοιτάξει μπροστά, χωρίς να κρύβει την αμηχανία της για το τι συνέβη πριν. Αν οδηγήσεις μέσα σε μια οποιαδήποτε σύγχρονη τουρκική πόλη, θα νομίζεις ότι τα πάντα ισοπεδώθηκαν από τις μπουλντόζες γύρω στο 1960. Όλα είναι μοντέρνα, άσχημα, τσιμεντένια. Σε πολλά από τα χωριά που διασχίσαμε -ιδιαίτερα μεταξύ Αμάστριδος και Σινώπης- εξακολουθούν να υπάρχουν θύλακες από παλιά ξύλινα οθωμανικά σπίτια , όμως η συντριπτική πλειοψηφία τους είναι στα τελευταία στάδια της αποσύνθεσης, κι αποφεύγονται και εγκαταλείφθηκαν από τους χωρικούς. Είναι λυπηρό να βλέπουμε. Ο τουριστικός οδηγός του Lonely Planet υποστηρίζει ότι υπάρχει μία τάση αναπαλαίωσης αυτών των κτιρίων, μόνο όμως σε σημεία που γίνονται ορατά από τους τουρίστες. Κρίμα!

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

Μια σπάνια κάρτ ποστάλ...

Κάντε κλικ για μεγέθυνση

Λεπτομερές σχεδιάγραμμα της ενορίας Ισχανάντων της Σάντας του Πόντου. Φιλοτεχνήθηκε το 1927 από το δάσκαλο Κωνσταντίνο Αγγελίδη στην Τριανταφυλλιά Σερρών και τυπώθηκε σε καρτ ποστάλ  που κυκλοφόρησε ευρέως μεταξύ των Σανταίων προσφύγων (εμείς τη βρήκαμε στο πολύτιμο κουτί με τις παλιές φωτογραφίες του μακαρίτη Θεόφιλου-Φίκου Ασλανίδη στη Νέα Σάντα).  Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά  στην "Ιστορία της Σάντας του Πόντου" του Μιλτιάδη Νυμφόπουλου (Δράμα 1953) σε μικρό όμως μέγεθος και χωρίς να μπορούν να διαβαστούν οι πληροφορίες που αναγράφει. Κρίμα, γιατί  πρόκειται για απολύτως αξιόπιστη απεικόνιση, που μας δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τον σχεδόν ερειπωμένο πλέον οικισμό.  Σύμφωνα με μαρτυρία του επίτιμου προέδρου του Συλλόγου Σανταίων Θεσσαλονίκης Λάκη Σοφιανού,  όταν ο πατέρας του είδε πρώτη φορά το σχεδιάγραμμα, εξεπλάγη με την ακρίβειά του, αφού το πατρικό τους σπίτι απεικονίζετο με κάθε λεπτομέρεια (ακόμη και ένα μικρό παραθυράκι, λέει, που είχαν ανοίξει  σε έναν τοίχο λίγα χρόνια πριν την καταστροφή του χωριού, είχε απεικονιστεί και μάλιστα στη σωστή του θέση!).