ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Πως μπορώ να λαμβάνω το Άμαστρις;

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Αφιέρωμα στους πρωτομάστορες της ποντιακής μουσικής: Χρήστος Αϊβαζίδης (1916-1972)


  «Εμέναν Χρήστο λέγ’νε με, τ’ Αϊβάζ΄ η φαμελία μ’,
’ς σα μέσα σ’ να τυλίγουμε, χωρίς παρακαλίαν…»
  
Ο Χρήστος Αϊβαζίδης γεννήθηκε το 1916 στο Αργαλί, ένα από τα Σιμοχώρια της Τραπεζούντας, κοντά στα Πλάτανα. Ο πατέρας του Χαράλαμπος ήταν γνωστός παραδοσιακός λυράρης της περιοχής κι από αυτόν πήρε τα πρώτα του ακούσματα. To 1923 η οικογένεια ήρθε στην Ελλάδα κι εγκαταστάθηκε στο Κολχικό Λαγκαδά.
Όπως κι οι περισσότεροι λυράρηδες της γενιάς του, έτσι κι ο Χρήστος Αϊβαζίδης, υπήρξε αυτοδίδακτος. Επίσης δεν υπήρξε ποτέ επαγγελματίας λυράρης υπό τη σημερινή έννοια του όρου. Μπορεί να διασκέδασε με τη λύρα του γενιές Ποντίων και να έπαιξε σε πάρα πολλούς γάμους κυρίως στα ποντιακά χωριά της περιοχής του Λαγκαδά, ποτέ όμως δεν επιδίωξε να κάνει την τέχνη του επάγγελμα, ούτε ηχογράφησε κάποιο δίσκο. Παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του απλός γεωργός, αλλά πάντα ανιδιοτελής, αφιλοχρήματος και πρόθυμος να επενδύσει με το μελωδικό του παίξιμο τα γλέντια των συγχωριανών του, που τον λάτρευαν στην κυριολεξία.
Το βασικό χαρακτηριστικό του Χρήστου Αϊβαζίδη ως λυράρη υπήρξε το απόλυτα παραδοσιακό παίξιμό του και η ιδιαίτερη επίδοσή του στη μουσική παράδοση της ιδιαίτερης πατρίδας του. Τα Σιμοχώρια, όπως αποκαλούνται τα -ελληνικά στη μεγάλη πλειοψηφία τους- χωριά γύρω από την Τραπεζούντα, είχαν μια πλούσια τοπική μουσική παράδοση, βασικό χαρακτηριστικό της οποίας ήταν οι όμορφοι και σε πολλές περιπτώσεις ιδιόμορφοι επιτραπέζιοι σκοποί. Αυτή τη μουσική παράδοση, την ξεχωριστή για τη μελωδικότητα της, υπηρέτησε με συνέπεια σε όλη του τη ζωή ο Χρήστος Αϊβαζίδης με αποτέλεσμα να αναδειχθεί μεταπολεμικά στον επιφανέστερο εκπρόσωπό της στον Ελλαδικό χώρο. Στην περίπτωση μάλιστα της μουσικής παράδοσης των Σιμοχωρίων η Ανταλλαγή είχε μια αξιοσημείωτη συνέπεια: πολύ σύντομα η μουσική παράδοση των Σιμοχωρίων αναμείχθηκε με την αντίστοιχη παράδοση των προσφύγων από την Τσιμερά της Αργυρούπολης που είχαν εγκατασταθεί στο γειτονικό Πολυδένδρι, δημιουργώντας μία νέα μουσική ταυτότητα.  Το μουσικό στυλ  δηλαδή που σήμερα ονομάζουμε «Λαγκαδιανό» και που δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αποτέλεσμα του μουσικού «συγχρωτισμού» των προσφύγων από δύο διαφορετικές περιοχές, που στη μακρινή πατρίδα απείχαν μεταξύ τους πάνω από 100 χιλιόμετρα. Σε αυτή τη «ανάμειξη» που πραγματοποιήθηκε με πρωταγωνιστή το Χρήστο Αϊβαζίδη, οι «Τσιμερίτ’» εισέφεραν τα δυναμικά «μονά» τους και οι «Αργαλέτ’», «Μουντέτ’» και γενικότερα οι πρόσφυγες από τα Σιμοχώρια της Τραπεζούντας τους μελωδικούς επιτραπέζιους σκοπούς τους.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό που έκανε τον Αϊβάζ’ να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους λυράρηδες της γενιάς του, ήταν η απόλυτη άρνηση του να ακολουθήσει έστω και κατ’ ελάχιστο την τεχνική εξέλιξη που σημειώθηκε στα χρόνια του. Αν και υπήρξαν φίλοι με το Γώγο από τη δεκαετία του 1930, δεν επηρεάστηκε σε τίποτε από αυτόν, αλλά συνέχισε να παίζει με το δικό του παραδοσιακό τρόπο, που ήταν «αρχαϊκότερος» ακόμη και από αυτόν του πατέρα του Γώγου, του Σταύρη.
Ο Αϊβαζίδης εντυπωσίαζε όχι μόνο με το παίξιμό του και το μελωδικό τραγούδι του, αλλά και με τον «πανηγυρικό», όπως πολύ εύστοχα το χαρακτήρισε ο Στάθης Ευσταθιάδης, τρόπο που έπαιζε. Υπάρχουν πολλές φωτογραφίες που τον δείχνουν να παίζει κρατώντας τη λύρα στον αέρα, ακριβώς όπως έκαναν οι παλαιοί λυράρηδες της πατρίδας, να παίζει όρθιος ή ακόμη και ανεβασμένος πάνω σ’ ένα τραπέζι. Από την άποψη αυτή, οι λίγες σωζόμενες ερασιτεχνικές ηχογραφήσεις του, όσο κι αν αποδεικνύουν τη μελωδικότητα του παιξίματός του, αδυνατούν να μας μεταφέρουν τη συγκλονιστική εντύπωση που προκαλούσε στους συνδιασκεδαστές του.
Ο πρόωρος όσο και δραματικός θάνατός του σε ηλικία μόλις 54 χρόνων, επέτεινε τη φήμη του και τροφοδότησε το μύθο του, που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Το Μάρτιο του 1972 γυρνώντας από έναν αρραβώνα, το αυτοκίνητο που τον μετέφερε σταμάτησε στο Δερβένι της Θεσσαλονίκης, προκειμένου να περιμένει το λεωφορείο που μετέφερε τους υπόλοιπους καλεσμένους.  Ο Αϊβαζίδης βγήκε από το αυτοκίνητο κι, όπως συνήθιζε,  άρχισε να παίζει λύρα και να τραγουδά μαζί με την παρέα του. Ξαφνικά ένα αυτοκίνητο που διερχόταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα τον παρέσυρε και τον σκότωσε. Ξεψύχησε κρατώντας στα χέρια του τη λύρα του. Ο θάνατος του συγκλόνισε την τοπική κοινωνία του Κολχικού, αλλά και ολόκληρο τον κόσμο της ποντιακής μουσικής και τραγουδήθηκε όσο ελάχιστων άλλων λυράρηδων...

(Δημοσιεύθηκε στο τεύχος 26 του περιοδικού Άμαστρις που κυκλοφόρησε πρόσφατα)

                

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

Από την πνευματική κίνηση της Πατρίδας...


Πόντος. «Μηνιαίον περιοδικόν, όργανον του εν Μερζιφούντι Ελληνικού συλλόγου Πόντος…». Τεύχος Β, Έτος Β. Τιμή εκάστου φύλλου γρόσια δύο…

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

10 βασικοί κανόνες για ένα καλό «μουχαπέτ’»….


(από το τεύχος Νο 26, που μόλις κυκλοφόρησε...)

Το μουχαπέτ ή «παρακάθ’» ή απλά «παρέα» είναι ο κλασσικός τρόπος διασκέδασης των Ποντίων. Μια ομάδα φίλων, με επικεφαλής το λυράρη, κάθεται γύρω από ένα τραπέζι και τραγουδά παραδοσιακούς επιτραπέζιους σκοπούς. Τα τελευταία χρόνια γνωρίζει μια νέα άνθιση, κυρίως ως διαδικασία μουσικής μύησης της νεώτερης γενιάς. Καθώς όμως οι παλαιότεροι -και κυρίως αυτοί  για τους οποίους το μουχαπέτ ήταν  περισσότερο τρόπος ζωής και λιγότερο μέσο μουσικής έκφρασης- φεύγουν, πληθαίνουν τα φαινόμενα εκφυλισμού του. Δημοσιεύουμε λοιπόν μια σειρά κανόνων για ένα καλό μουχαπέτ, με την ελπίδα πως θα σας φανούν χρήσιμοι για απολαυστικές στιγμές αυθεντικής ποντιακής διασκέδασης…


Κανόνας πρώτος: Το καλό μουχαπέτ γίνεται αυθόρμητα και σχεδόν ποτέ δεν προγραμματίζεται…

Κανόνας δεύτερος:  Το μυστικό για ένα καλό μουχαπέτ είναι ο αριθμός των συμμετεχόντων. Αν είναι λιγότεροι από τέσσερις, κινδυνεύετε να βαρεθείτε ο ένας τον άλλον, αν όμως υπερβαίνουν τους εννέα τότε καλύτερα να οργανώνατε χοροεσπερίδα…

Κανόνας τρίτος: Το μουχαπέτ είναι μια συμμετοχική διαδικασία. Επομένως, αν δεν τραγουδάτε κι επιθυμείτε μόνο να ακούτε, καλό είναι να αρκεστείτε στο κασετόφωνό σας…

Κανόνας τέταρτος: Το μουχαπέτ είναι διαδικασία συμμετοχική, αλλ’ όχι δημοκρατική. Yπόκειται στους δικούς του ιεραρχικούς κανόνες. Επομένως, αν είστε καινούριος στο σπορ (ή αν οι μοίρες δε σας προίκισαν με αξιοσημείωτα φωνητικά προσόντα), καλό θα είναι να χαρίσετε στους υπόλοιπους το ταλέντο σας με φειδώ…

Κανόνας πέμπτος: Το μουχαπέτ προϋποθέτει μια επίφαση αυθεντικότητας. Επομένως, αν τα ποντιακά σας είναι σε επίπεδο κάτω του Lower (του τύπου «ντο ’φτας» κλπ), καλό θα ήταν πριν το επιχειρήσετε να κάνετε πρώτα μια μικρή προπόνηση…

Κανόνας έκτος: Το μουχαπέτ βασίζεται στα κοινά βιώματα και ακούσματα των συμμετεχόντων. Αν είσαστε επαγγελματίας Πόντιος μουσικός και έχει μόλις κυκλοφορήσει ο τελευταίος σας δίσκος, καλύτερα να επιλέξετε έναν άλλο τρόπο να διαφημίσετε τα υποψήφια «σουξέ» σας…

Κανόνας έβδομος: Το μουχαπέτ έχει το δικό του ειδικό ρεπερτόριο, που αποτελείται βασικά από επιτραπέζιους σκοπούς. Δε θα σας παρεξηγήσει κανείς αν εκφράσετε την επιθυμία να χορέψετε ένα τικ, αν όμως το παρακάνετε διατρέχετε τον κίνδυνο να σας παραπέμψουν στο τμήμα εκμάθησης ποντιακών χορών του Ποντιακού συλλόγου της γειτονιά σας…

Κανόνας όγδοος: Το καλό μουχαπέτ προϋποθέτει γενναία κατανάλωση οινοπνεύματος. Αν δεν πίνετε ή αν το αγαπημένο σας ποτό είναι το τζιν με τόνικ, καλό είναι προτιμήσετε το απογευματινό τέιον των κυριών της ενορίας σας…

Κανόνας ένατος:  Το μουχαπέτ είναι μια αντρική υπόθεση, πράγμα που σημαίνει ότι, αν η σύζυγός σας δεν είναι fan της ποντιακής μουσικής ή αν δεν χάνει ευκαιρία να παρουσιάσει στις φίλες της την ιδανική συνταγή για «χαβίτσ’» ελαφρύ και μη παχυντικό, καλό θα ήταν να μην την πάρετε μαζί σας…

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Αυτό το μήνα το Άμαστρις ανακρίνει το... Γιάννη Μπουτάρη !


Είχαμε προαναγγείλει ότι στο τεύχος 26 του Άμαστρις θα φιλοξενήσουμε μια συνέντευξη διαφορετική από τις υπόλοιπες. Κάποιοι το υποψιάστηκαν από την αρχή:  «λες να είναι ο Μπουτάρης;». Ναι, είναι ο Γιάννης Μπουτάρης. Για να τον ρωτήσουμε όλα όσα νιώθαμε ότι έπρεπε κάποια στιγμή να τον ρωτήσουμε. Αυτές είναι κάποιες μόνο από τις ερωτήσεις που του κάναμε. Σε λίγες ημέρες, όταν κυκλοφορήσει το τεύχος, θα έχετε την ευκαιρία να δείτε και τις απαντήσεις του, που σε αρκετές περιπτώσεις είναι αρκετά διαφορετικές απ’ αυτές που ίσως θα περιμένατε…

  • Υπάρχει μια σειρά δηλώσεών σας γύρω από ζητήματα της νεώτερης ελληνοτουρκικής ιστορίας, που έχουν πυροδοτήσει πολλές αντιδράσεις (και στον ποντιακό χώρο ακόμη περισσότερες...). Τελικά πόσο φιλοκεμαλιστής είναι ο Γιάννης Μπουτάρης;
  • Δηλαδή, ποιά είναι η προσωπική σας άποψη για τον Κεμάλ;
  • Να σας θυμίσω ότι πέρα από τις θεωρητικές διακηρύξεις τους περί ισονομίας, ισοπολιτείας κλπ, οι Νεότουρκοι έχουν καταγραφεί -ακόμη και από την τουρκική ιστοριογραφία- ως μία άκρως εθνικιστική κίνηση. Τους Αρμένιους δεν τους έσφαξε ο Κεμάλ, οι Νεότουρκοι τους έσφαξαν…
  • Ομολογώ ότι, αν αυτό το έλεγε ο δήμαρχος της Πάτρας ή του Άργους, ίσως θα ακουγόταν φυσιολογικό. Δεν είναι όμως κυνικό μια πόλη που συνδέεται με μια από τις πιο γνωστές γενοκτονίες του 20ου αιώνα, όπως το Ολοκαύτωμα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, να δίνει την εντύπωση ότι προσπαθεί να αποκομίσει οικονομικά οφέλη από άλλες γενοκτονίες;
  • Θεωρείτε ότι τα ανοίγματα προς την άλλη πλευρά, για τα οποία μιλήσαμε προηγουμένως,  συγκεντρώνουν την αποδοχή των δημοτών σας;
  • Την ίδια στιγμή όμως οι Τούρκοι ετοιμάζονται να μετατρέψουν την Αγία Σοφία της Τραπεζούντας σε τζαμί…
  • Πριν από λίγο καιρό ανακοινώσατε σε αυτήν εδώ την αίθουσα την έναρξη μιας σειράς μαθημάτων εκμάθησης της ποντιακής διαλέκτου υπό την αιγίδα του Δήμου Θεσσαλονίκης. Γιατί ειδικά η ποντιακή διάλεκτος; Θα είχε άδικο να συσχετίσει κανείς αυτή σας την απόφαση με τη γνωστή «εμπλοκή» που σημειώθηκε πρόσφατα στις σχέσεις σας με την Παμποντιακή Ομοσπονδία Ελλάδος;
  • Το ότι οι Πόντιοι δεν είναι ενωμένοι, είναι δεδομένο. Ακόμη κι έτσι όμως, δικαιούται ο Δήμος να προσπαθεί να τους ενώσει «με το ζόρι»;
  • Οι «κακές» γλώσσες πάντως έσπευσαν να συσχετίσουν την όλη «εμπλοκή» με το γεγονός ότι στη δημοτική σας παράταξη μετέχει γόνος γνωστής ποντιακής οικογένειας, που πρωταγωνιστεί επί δεκαετίες στα ποντιακά πράγματα…
  • Ωστόσο η κατάσταση εξελίχθηκε διαφορετικά, φτάσαμε στα δικαστήρια…
  • Αν δεν απατώμαι, είσαστε ο 4ος στη σειρά Βλάχος δήμαρχος στην ιστορία της Θεσσαλονίκης. Πως εξηγείτε το γεγονός ότι δεν υπήρξε ποτέ Πόντιος δήμαρχος στην πόλη;  
  • Δεν αντέχω τον πειρασμό να μην κλείσω με μία πολιτική ερώτηση, την οποία είμαι βέβαιος ότι θα σας την έχουν κάνει πολλές φορές. Τελικά η πόλη στην οποία είσαστε δήμαρχος, είναι μια πόλη τόσο ακροδεξιά ή έστω τόσο συντηρητική, όσο την παρουσιάζουν πολλές φορές τα ρεπορτάζ των αθηναϊκών ΜΜΕ;


Παρασκευή 24 Μαΐου 2013

Γιώργος Παρχαρίδης: «O στόχος της ενότητας των Ποντίων έχει επιτευχθεί...»


Οι τακτικοί αναγνώστες μας γνωρίζουν πολύ καλά ότι αυτό το περιοδικό δεν προσπάθησε ποτέ να κρύψει την αυστηρή κριτική ματιά με την οποία αντιμετωπίζει το κοινωνικό φαινόμενο του λεγόμενου «οργανωμένου ποντιακού χώρου». Όχι βέβαια από διάθεση απαξίωσης των ανθρώπων που έταξαν τον εαυτό τους στην υπηρεσία του. Αλλά γιατί πιστεύουμε ότι η φυσική θέση του ποντιακού τύπου δεν είναι δίπλα τους, όπως πιστεύουν πολλοί, αλλά απέναντι τους. Αλλά και κάτι ακόμη: ότι πολλά από τα κακώς κείμενα αυτού του χώρου θα είχαν πάψει από καιρού να υφίστανται, αν ο ποντιακός τύπος ήταν κατά τι αυστηρότερος έναντι της ηγεσίας του. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία…
Με αφορμή λοιπόν τις πολλές και εξαιρετικά ενδιαφέρουσες προκλήσεις στις οποίες καλείται να ανταποκριθεί αυτή την περίοδο ο χώρος των ποντιακών σωματείων, σκεφτήκαμε να εγκαινιάσουμε μια σειρά συνεντεύξεων με τους σημαντικότερους από τους εκπροσώπους του. Ασφαλώς θα ακολουθήσουν πολλοί, από κάθε πλευρά του πολύχρωμου ποντιακού φάσματος. Στοιχειώδης όμως επίγνωση του χώρου και των συσχετισμών που επικρατούν σε αυτόν, καθιστούσαν την επιλογή του προέδρου της Παμποντιακής Ομοσπονδίας Ελλάδος Γιώργου Παρχαρίδη, ως πρώτου καλεσμένου μας,  σχεδόν αυτονόητη. 
Στο παρελθόν και ιδίως την περίοδο της τελευταίας επανεκλογής του, εξέφρασα σοβαρές ενστάσεις για πολλές από τις επιλογές του Γιώργου Παρχαρίδη, κι αυτό παρά την μακροχρόνια γνωριμία μας. Δεν αποκλείω το ενδεχόμενο να ενοχλήθηκε. Άλλωστε είναι γνωστό ότι ο Γιώργος Παρχαρίδης δεν είναι το είδος του ανθρώπου που του αρέσει η κριτική. Παθιάζεται τόσο πολύ με αυτό που κάνει, που τις περισσότερες φορές δεν βρίσκει το χρόνο να προσπαθήσει να μπει στη θέση του «άλλου». Είναι κάτι που δημιουργεί πολλές φορές την εικόνα μιας εμπάθειας, που τον αδικεί. Γιατί όσοι τον γνωρίζουν επί πολλά χρόνια, ξέρουν πολύ καλά ότι στην πραγματικότητα  είναι πολύ πιο ανθρώπινος, απ’ όσο το αυστηρό ηγετικό του προφίλ αφήνει να διαφανεί.
Στο Γιώργο Παρχαρίδη καταλογίζω πολλά πράγματα. Εκείνο όμως που δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να του καταλογίσω (σε αντίθεση με πολλούς άλλους από το χώρο μας) είναι η προσπάθεια εκμετάλλευσης  της  ανάμιξής του με τα ποντιακά πράγματα χάριν άλλων, προσωπικής φύσης, σκοπιμοτήτων. Γνωρίζω πολύ καλά ότι και μόνο η θέση του προέδρου της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας, στην οποία πρόσφατα διαδέχτηκε τον τ. υπουργό κ. Δ. Κρεμαστινό, θα ήταν αρκετή για να κάνει τρισευτυχισμένους πολλούς από τους συναδέλφους του πανεπιστημιακούς. Κι όμως αυτός εξακολουθεί να αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του στο μεγάλο του πάθος, τη Παμποντιακή.  Και κάθε φορά που θυμώνω με μία απόφασή του, με την οποία διαφωνώ, έρχεται στο νου μου αυτό που μου είπε κάποτε ένα ιστορικό στέλεχος του χώρου, το οποίο μάλιστα δε διατηρεί και τις καλύτερες σχέσεις μαζί του: «μπορείς να του αρνηθείς τα πάντα, όχι όμως και τον απροσποίητο, το σχεδόν πρωτόγονο, ποντιακό πατριωτισμό του. Και μην ξεχνάς ότι την εποχή που εμείς ντρεπόμασταν να μιλήσουμε ποντιακά ακόμη και στα χωριά μας, ο Παρχαρίδης, φέρελπις εισηγητής της Καρδιολογίας και ανερχόμενο τότε αστέρι της Ιατρικής, φωνασκούσε στα ποντιακά εν μέσω της Εγνατίας και επέμενα να χαιρετά στα ποντιακά κάθε Πόντια γριούλα που συναντούσε στα πανεπιστημιακά νοσοκομεία, κάνοντάς την περήφανη για τη ράτσας της…»

Πέμπτη 23 Μαΐου 2013

Στη βιβλιοθήκη του Κανδηλάπτου


Εκτιμούσα πάντα το έργο του μεγάλου Γεωργίου Κανδηλάπτου-Κάνεως. Τον θεωρούσα ως έναν από τους κορυφαίους -αν όχι τον κορυφαίο- των Ποντίων λογίων της 1ης προσφυγικής γενιάς. Εκεί βέβαια που υποκλίθηκα άφωνος, ήταν όταν ο φίλος εκδότης Τάσος Κυριακίδης με κάλεσε να μου δείξει τα "σκαναρίσματα" του Κανδηλάπτη: σε μια εποχή που η φωτογραφική μηχανή ήταν αποκλειστικό προνόμιο των επαγγελματιών φωτογράφων ή ορισμένων βαθύπλουτων ερασιτεχνών, γύρω στο 1910, ο νεαρός Κανδηλάπτης όργωνε τη Χαλδία και με τη βοήθεια διαφανούς ρυζόχαρτου αντέγραφε όλα τα σπάνια βυζαντινά χειρόγραφα και τις μικρογραφίες που βρίσκονταν κλειδωμένα στις βιβλιοθήκες των μοναστηριών. Πριν από λίγες ημέρες είχα μια ακόμη ευκαιρία να θαυμάσω την εργατικότητα και την οξύνοια του. Φιλοξενούμενος του Συλλόγου Ποντίων Πεύκων "Οι Ρίζες" (ενός μικρού χωριού κοντά στα ελληνοτουρκικά σύνορα, που κρατά όσο κανένα άλλο στην Ελλάδα τη Σανταίικη παράδοση), επέμεινα για μία ακόμη φορά να κοιμηθώ στο υπέροχο πέτρινο πολιτιστικό κέντρο, που στην πρόσοψή του αναγράφει "Σαντάς Μοτόσ'" (Μοτόσ', δηλαδή "μετόχιον" αποκαλούσαν οι πρόγονοί μου τον κλειστό χώρο για τις μεγάλες κοινωνικές συναθροίσεις, που διατηρούσε κάθε μία από τις επτά κοινότητες της Σαντάς). Το κτίριο είναι πέτρινο και τα μεσημέρια του καλοκαιριού ανεβάζει θερμοκρασίες που δεν μπορεί να τις αντέξει άνθρωπος. Πέρα όμως από τις πάμπολλες σπάνιες φωτογραφίες που κρέμονται στους τοίχους του, κρύβει έναν ακόμη πολύτιμο θησαυρό: το σημαντικότερο ίσως τμήμα της βιβλιοθήκης του Κανδηλάπτου, που αγόρασε ο σύλλογος του μικρού χωριού (των μόλις 25 μονίμων κατοίκων !), προκειμένου να το διασώσει. Ανάμεσα λοιπόν σε ένα δωμάτιο με αιρ-κοντίσιον και την υπέροχη βιβλιοθήκη του Κανδηλάπτου, εγώ τουλάχιστον προτιμώ το δεύτερο. Πέρασα δύο δύσκολες μέρες διαβάζοντας τα χειρόγραφά του (τα περισσότερα τα έχω διαβάσει από τις εξαιρετικά επιμελημένες εκδόσεις των Αφων Κυριακίδη, αλλά είναι άλλο να διαβάζεις ένα τυπωμένο βιβλίο και άλλο το ίδιο το χειρόγραφο με τις μουτζούρες, τις διορθώσεις και κυρίως τις υποσημειώσεις του ίδιου του συγγραφέα). Όποιος φίλος επισκεφθεί την Αλεξανδρούπολη, ας πάει μια βόλτα μέχρι τα Πεύκα. Σίγουρα δεν θα χάσει...

Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Οι Ελληνόφωνοι Μουσουλμάνοι του Πόντου

Του Κωνσταντίνου Φωτιάδη
Καθηγητή Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού
στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας
Προέδρου του Κέντρου Ποντιακών Μελετών

Μια ιδιαίτερα τραγική κατηγορία κατοίκων, που διαβιούν ακόμη σήμερα στον Πόντο, είναι οι ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι των περιοχών Tόνυας, Όφεως, Σουρμένων και Mατσούκας, οι οποίοι αλλαξοπίστησαν βίαια το 17ο και 18ο αιώνα, αλλά στην πλειοψηφία τους δεν ξέχασαν την καταγωγή τους. O χρόνος και οι βίαιες μέθοδοι αφομοίωσης, που συστηματικά αξιοποιήθηκαν, μπορεί να αλλοίωσαν δεν εξαφάνισαν όμως την ιστορική τους μνήμη. Σήμερα, 75 χρόνια μετά τη Mικρασιατική Kαταστροφή, διατηρούν ακόμη ατόφια την ποντιακή γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα, τις παραδόσεις, τα τραγούδια και τους χορούς. Διασώζουν με θρησκευτική ευλάβεια προγονικά κειμήλια που βεβαιώνουν την ελληνοχριστιανική καταγωγή τους.

Για την ταυτότητα των ελληνόφωνων μουσουλμάνων ο ηγούμενος της μονής του Αγίου Iωάννου του Bαζελώνος, Πανάρετος, σε έκθεσή του προς το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας, το 1920, γράφει: «Είναι Έλληνες οι οποίοι δια της βίας εξισλαμίσθηκαν κατά τους μαύρους αιώνας της δουλείας, και πρεσβεύουσι και σήμερον τον μωαμεθανισμόν, αλλ’ έχουσι μητρικήν γλώσσαν την ελληνικήν, αναγνωρίζουσι την εξ’ Eλλήνων, βία εξισλαμισθέντων, καταγωγήν των, και διατηρούσι τα ελληνικά ήθη και έθιμά των, εν πολλοίς. Oύτοι φυλάττουσι τα ιερά εκκλησιαστικά σκεύη, βιβλία και άμφια των πατέρων των, ως κειμήλια, και επ’ ουδενί λόγω δεν συγκατατίθενται εις την απαλλοτρίωσιν αυτών. Tην τουρκικήν, μανθάνουσιν εν τοις σχολείοις, αι δε γυναίκες των ομιλούσιν ευφραδέστερον την ελληνικήν. Kαι τούτο, ενώ περιβάλλονται υπό τουρκικών πληθυσμών».

Δευτέρα 6 Μαΐου 2013

«Η Τραπεζούντα που γνώρισα, δεν υπάρχει πια…»



Συνέντευξη του Ομέρ Ασάν στον Δ.Πιπερίδη (Περιοδικό Άμαστρις τεύχος 11 -Απρ.2010)



Το τηλεφώνημα του Αλέξη Παρχαρίδη ήρθε εντελώς απροειδοποίητα, ως κεραυνός εν αιθρία:

-«Έρχεται για λίγες ημέρες στη Θεσσαλονίκη ο Ομέρ Ασάν. Θα σε ενδιέφερε μια συνέντευξη μαζί του;»

Η κατάφαση ήταν φυσικά αυτονόητη. Άλλωστε μια συνέντευξη με το συγγραφέα του κλασσικού πλέον βιβλίου «ο Πολιτισμός του Πόντου» ήταν στα σχέδιά μου από καιρό, σχεδόν από την πρώτη στιγμή της έκδοσης αυτού του περιοδικού. Πολύ περισσότερο που ο Ομέρ δεν ερχόταν για μία απλή τουριστική επίσκεψη, αλλά για μία σημαντική συνάντηση συγγραφέων και διανοουμένων από την Τουρκία με έλληνες ομότεχνούς τους, που θα ελάμβανε χώρα στο πλαίσιο της διεθνούς έκθεσης βιβλίου της Θεσσαλονίκης.

Πριν προλάβω όμως να αναρωτηθώ τι σχέση μπορεί να έχει ο Αλέξης με το νεαρό συγγραφέα από την Τουρκία που πριν από λίγα χρόνια είχε προσελκύσει τα φώτα της δημοσιότητας (ακόμη και του αθηναϊκών ΜΜΕ!) γιατί τόλμησε για πρώτη φορά στη ιστορία του νεώτερου τουρκικού κράτους να χρησιμοποιήσει τον απαγορευμένο όρο «Πόντος», θυμήθηκα ότι στα φοιτητικά μου χρόνια, μου έτυχε αρκετές φορές να τηλεφωνήσω στο σπίτι του Αλέξη στη Θεσσαλονίκη και να μου απαντήσει κάποιος με χαρακτηριστική μαυροθαλασσίτικη προφορά και σπασμένα νεοελληνικά. Και τότε κατάλαβα ότι ο Ομέρ, ο νεαρός σπουδαστής από την Τραπεζούντα που φιλοξενούσαν οι φίλοι μου στις αρχές της δεκαετίας του 1990 στη Θεσσαλονίκη, με τον οποίο μιλούσα συχνά στο τηλέφωνο χωρίς ποτέ να γνωριστούμε από κοντά, και ο Ομέρ Ασάν, που είχε προκαλέσει με το πρωτοποριακό βιβλίο του την άδικη μήνιν της τουρκικής δικαιοσύνης σε χαλεπούς καιρούς, ήταν το ίδιο και το αυτό πρόσωπο.

Τις μέρες της επίσκεψης του στη Θεσσαλονίκη είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον Ομέρ Ασάν από κοντά. Τον συνόδευσα, όπως και κάποιους από τους συγγραφείς της συντροφιάς του, στο Μεσαίο Θεσσαλονίκης, όπου αναζητούσε πρόσφυγες από την Ορντού για να προετοιμάσει ένα ντοκιμαντέρ με θέμα την ανταλλαγή των πληθυσμών (παρεμπιπτόντως πρέπει να σημειώσω ότι η πιο «γενναία» τέχνη σήμερα στη σύγχρονη Τουρκία, δεν είναι η συγγραφή, πολύ περισσότερο η ιστορική, αλλά το ντοκιμαντέρ. Για τις πολύ σημαντικές όμως εξελίξεις σε αυτό τον τομέα επιφυλάσσομαι να επανέλθω σε ένα μελλοντικό ρεπορτάζ με τίτλο «το ποντιακό ζήτημα στο σύγχρονο τουρκικό κινηματογράφο»). Παράλληλα, παρακολούθησα από κοντά τις δύο συναντήσεις που διοργάνωσε στο χώρο της ΔΕΘ την πρώτη με Κωνσταντινουπολίτες και τη δεύτερη με Μαυροθαλασσίτες συγγραφείς. Αυτό που κράτησα από αυτή την ολιγοήμερη συναναστροφή μου με τον Ομέρ, δεν είναι τόσο η εικόνα του προοδευτικού διανοούμενου με τη στέρεη συγκρότηση και τη διεισδυτική ματιά στην εξέλιξη των σύγχρονων κοινωνιών (αυτήν άλλωστε την είχα κι από πριν, από την εποχή που πρωτοδιάβασα το βιβλίο του). Είναι κυρίως η εικόνα του δικαιωμένου ανθρώπου, του ανθρώπου που είναι πλέον βέβαιος ότι πολλά από αυτά για τα οποία πάλεψε, τείνουν να καταστούν πραγματικότητα. Και είναι γεγονός ότι όσες φορές τους τελευταίους μήνες είχα την ευκαιρία να συζητήσω με συγγραφείς ή διανοουμένους από την Τουρκία, έβλεπα πάντοτε στο βλέμμα τους αυτή την απόλυτη βεβαιότητα ότι η ιστορική συνάντηση του λαού τους με τα πανανθρώπινα αγαθά της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει πλέον δρομολογηθεί νομοτελειακά. Ας ελπίσουμε ότι έχουν δίκιο…


Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Η θεία μ' «η Τούρκ'σσα»



Ήταν ξαδέρφη του παππού μου. Πρώτη ή δεύτερη δεν το ξεδιάλυνα ποτέ, άλλωστε δε μας μίλησε ποτέ ξανά για αυτή την ιστορία. Επίσης ήταν λίγο μεγαλύτερή του. Η οικογένειά της ζούσε στη Δρώνα, ένα χωριό γειτονικό με το δικό μας, την Κούχλα. Όταν μεγάλωσε, αγάπησε έναν συγχωριανό της. Τι το πιο φυσικό, θα σκεφτείς. Προφανώς γιατί δε γνωρίζεις ότι τα χρόνια εκείνα ήταν τόσο διαφορετικά από αυτά που ζούμε σήμερα, που ακόμη και τα πιο αρχέγονα ένστικτα του ανθρώπου, όπως ο έρωτας, ρυθμίζονταν από κανόνες τελείως διαφορετικούς από τους σημερινούς. Ο αγαπημένος λοιπόν της θείας αυτής διέθετε ένα θανάσιμο ελάττωμα: ήταν Τούρκος. Πράγμα που σήμαινε ότι ούτε κουβέντα δεν μπορούσε να γίνει για έναν κανονικό γάμο με παπάδες, ψαλτάδες και, το κυριότερο, με τη συγκατάθεση των γονιών της. Ή εκείνος θα έπρεπε να βαπτιστεί -πράγμα εξαιρετικά απίθανο, αφού θα συνεπαγόταν τεράστιο κίνδυνο για τη ζωή του- ή εκείνη να τουρκέψει. Τελικά επέλεξε το δεύτερο. Φυσικά οι γονείς της δε χάρηκαν με αυτή της την απόφαση. Προσπάθησαν με κάθε τρόπο, άλλοτε με το καλό κι άλλοτε με το άγριο, να τη μεταπείσουν. Μάταιος κόπος. Ένα βράδυ μάζεψε τα πράγματά της και ακολούθησε τον καλό της στον τούρκικο μαχαλά.
(Αν τύχει και ασχοληθείς, έστω και λίγο, με την ιστορία της ράτσας μας, θα συναντήσεις πάρα πολλές παρόμοιες περιπτώσεις. Μόνο που συνήθως η πραγματικότητα ήταν πολύ λιγότερο ρομαντική, από την ιστορία που σου διηγούμαι σήμερα. Τις πιο πολλές φορές το ανίερο για τα ανθρώπινα μάτια σμίξιμο γινόταν με τη βία. Βία την οποία, όπως αντιλαμβάνεσαι, ασκεί συνήθως ο ισχυρός… Όχι όμως και σε αυτήν εδώ την ιστορία. Σε αυτό το σημείο ο παππούς μου ήταν κατηγορηματικός: η ξαδέρφη του παντρεύτηκε το νεαρό Τούρκο, επειδή τον αγάπησε. Τόσο, που να απαρνηθεί για χάρη του θρησκεία, εθνικότητα, ακόμη και την ίδια της την οικογένεια….)

Όπως καταλαβαίνεις, μετά το γάμο της με τον Τούρκο η κοπέλα έχασε κάθε επαφή με την οικογένειά της. Δεν ξέρω αν το επεδίωξε και η ίδια. Πάντως οι δικοί της, συμπεριλαμβανομένου του παππού μου, τη διέγραψαν οριστικά. Για αυτούς ήταν πλέον μια ζωντανή νεκρή. Κι ας ζούσαν στον ίδιο τόπο, κι ας την αντίκριζαν σχεδόν καθημερινά, έστω και κρυμμένη κάτω από τα σκουρόχρωμα τσαρτσάφια της. (Μη βιάζεσαι να κρίνεις καταστάσεις που εσύ, ευτυχώς, δε θα ζήσεις ποτέ. Ήταν τόσο έντονο το κλίμα της μισαλλοδοξίας και του εθνικού παροξυσμού, που διέτρεχε την εποχή εκείνη την ανατολή, από τη μία άκρη της μέχρι την άλλη, που είναι απολύτως βέβαιο ότι καμία «καθωσπρέπει» οικογένεια -είτε χριστιανική ήταν αυτή, είτε μουσουλμανική- δεν θα ήταν περήφανη για τους αλλόθρησκους συμπεθέρους της).

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Έσο γενναία, μήτηρ μου...

Γρηγόριος Ζαρωτιάδης

Ένα ακόμη αδημοσίευτο ντοκουμέντο από τις φυλακές της Αμάσειας: η συγκινητική επιστολή ενός νέου παιδιού, του Γρηγόριου Ζαρωτιάδη, ο οποίος τελικά κατόρθωσε να διαφύγει την εκτέλεση, να έρθει στην Ελλάδα και να αναδειχθεί αργότερα σε βουλευτή του Ελληνικού Κοινοβουλίου.


Ο Γρηγόριος Ζαρωτιάδης γεννήθηκε λίγα χρόνια πριν το 1900 στην πόλη της Κερασούντας. Η οικογένειά του ασχολείτο, όπως και μεγάλο μέρος των κατοίκων της πόλης,με την παραγωγή και εμπορία φουντουκέλαιου. Αν λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Κερασουντίων που συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν στις φυλακές της Αμάσειας ανήκε στην εμπορική τάξη της πόλης (προκειμένου να ικανοποιηθεί το σατανικό σχέδιο του Τοπάλ Οσμάν να οικειοποιηθεί τις τεράστιες περιουσίες που είχαν συγκεντρώσει οι Κερασούντιοι από το εμπόριο των φουντουκιών προς τη Δυτική Ευρώπη), τότε οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι η οικογένειά του πρέπει να ήταν τουλάχιστον εύπορη.
Αφού τελείωσε το τριτάξιο ημιγυμνάσιο της πατρίδας του ο Γρηγόριος Ζαρωτιάδης σπούδασε στο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας και μετά την αποφοίτησή του και από αυτό ανέλαβε -αν και δεν ήταν ο μεγαλύτερος γιός της οικογένειας, αλλά ο πιο μορφωμένος- τη διεύθυνση της οικογενειακής επιχείρησης. Το μεγάλο του έγκλημα ήταν ότι δραστηριοποιήθηκε στην κοινωνική και πνευματική ζωή της Κερασούντας, συμμετέχοντας σε διάφορα εθνικά σωματεία που ιδρύθηκαν την εποχή εκείνη από την ελληνική νεολαία της πόλης. Κατά πάσα μάλιστα πιθανότητα υπήρξε από τότε συνεργάτης του μετέπειτα βουλευτή και υπουργού Λεωνίδα Ιασωνίδη, ο οποίος πρωταγωνίστησε την περίοδο εκείνη στην έντονη εθνική δράση της νεολαίας της Κερασούντας. Σ’ αυτό συνηγορεί και η στενή προσωπική σχέση και η πολιτική συνεργασία που είχε ο Ζαρωτιάδης με τον Ιασωνίδη και μετά την έλευσή τους στην Ελλάδα. Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι δύο φίλοι δεν συνυπήρξαν στις σκοτεινά κελιά της φυλακής της Αμάσειας, αφού είναι γνωστό ότι ο Λεωνίδας Ιασωνίδης πρόλαβε και διέφυγε στη γειτονική Ρωσία (κάτι ωστόσο που δεν εμπόδισε το δικαστήριο να τον καταδικάσει ερήμην σε θάνατο).
Από το κείμενο της επιστολής του φαίνεται ότι αρχικά ο Γρηγόρης Ζαρωτιάδης καταδικάστηκε σε θάνατο. Καθώς όμως τα χρόνια που ακολούθησαν, απέφευγε να μιλά για την περιπέτεια που πέρασε στην πατρίδα, δεν είμαστε σε θέση γνωρίζουμε το πως κατόρθωσε να διαφύγει την αγχόνη. Η εξήγηση που δίνει η οικογένειά του, ότι δηλαδή πιθανόν να του δόθηκε χάρη λόγω του νεαρού της ηλικίας του, δεν φαίνεται να ευσταθεί. Άλλωστε είναι ο γνωστό ότι ο Εμίν Μπέης, ο διαβόητος πρόεδρος του δικαστηρίου ανεξαρτησίας, δε διακρινόταν για την επιείκεια ή τη φιλανθρωπία του, αφού στην ίδια δίκη καταδίκασε με ευκολία σε θάνατο τα ακόμη νεαρότερα σε ηλικία μέλη της αθλητικής ομάδας «Πόντος» του κολεγίου Ανατόλια της Μερζιφούντας. Πάντως την ώρα που έγραφε την επιστολή του στις 9 Σεπτεμβρίου του 1921, μία ημέρα δηλαδή μετά τον απαγχονισμό της πρώτης «παρτίδας» καταδικασθέντων (των πλέον επώνυμων και επομένως πολιτικά επικίνδυνων) ο Γρηγόρης Ζαρωτιάδης πίστευε ότι το ίδιο τέλος ανέμενε και τον ίδιο. Γράφει λοιπόν στη μητέρα του:

Η γλώσσα που δεν είχε το κουράγιο να πεθάνει...


Όταν ο εκ των κορυφαίων Ποντίων φιλολόγων της πρώτης προσφυγικής γενιάς, αείμνηστος Ιορδάνης Παμπούκης, έγραφε πριν από πολλά χρόνια εκείνο το περίφημο «η ποντιακή γλώσσα δεν έχει το κουράγιο να πεθάνει», δεν θα μπορούσε να φανταστεί την τεράστια δημοτικότητα που θα γνώριζε η φράση του αυτή μέσα στην επόμενη πεντηκονταετία. Και δεν εννοώ τόσο την πανηγυρική επανάληψή της από τον τότε πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου κατά το 1ο Παγκόσμιο Συνέδριο του Ποντιακού Ελληνισμού (1985), όσο τη διαχρονική κακοποίηση που υφίσταται ακόμη και σήμερα από τα χείλη διαφόρων, αρμοδίων και μη, παραγόντων του ποντιακού χώρου, που τη χρησιμοποιούν δίκην μαρξιστικού τσιτάτου, προκειμένου να καλύψουν την απουσία οποιασδήποτε πολιτικής γύρω από το ζήτημα της επιβίωσης της ποντιακής γλώσσας.

Γιατί τα λέω όλα αυτά; Πολύ απλά γιατί φοβάμαι ότι η ατάκα του Παμπούκη, όσο έξυπνη κι αν ακούγεται, δεν είναι πλέον σε θέση να εκφράσει τη σύγχρονη πραγματικότητα. Η ποντιακή γλώσσα δεν μπορεί να έχει κανένα κουράγιο, για τον πολύ απλό λόγο ότι οι πεθαμένοι (ή έστω οι ετοιμοθάνατοι) συνήθως δεν διακρίνονται για το κουράγιο τους. Και η ποντιακή γλώσσα, τουλάχιστον με τους όρους υπό τους οποίους επιβιώνει μέσα στα πλαίσια της σύγχρονης νεοελληνικής κοινωνίας, έχει απολέσει από καιρό όλα εκείνα τα στοιχεία που μπορούν να χαρακτηρίσουν μια γλώσσα ως ζωντανή και λειτουργική.

Οι ειδικοί λένε ότι «ζωντανή» ονομάζεται μια γλώσσα, που έχει ζώντες ομιλητές. Από την άποψη αυτή το γεγονός ότι η ποντιακή γλώσσα εξακολουθεί ακόμη να διαθέτει μερικές χιλιάδες χρηστών στον ελλαδικό χώρο -οι Πόντιοι των χωρών της τέως Ε.Σ.Σ.Δ. και οι ποντιόφωνοι μουσουλμάνοι της Τραπεζούντας είναι και πρέπει να θεωρούνται ειδικές περιπτώσεις- ίσως να άφηνε κάποια περιθώρια αισιοδοξίας. Δεν μπορούμε όμως να παραβλέψουμε το γεγονός ότι οι όσοι επαρκείς χρήστες της ποντιακής γλώσσας έχουν απομείνει, είναι πλέον τουλάχιστον μεσήλικες. Από την άλλη μπορούμε να εξομοιώσουμε τους χρήστες της πρώτης και δεύτερης προσφυγικής γενιάς, για τους οποίους η ποντιακή γλώσσα ήταν όχι μόνο η μητρική τους γλώσσα, αλλά και μια γλώσσα απόλυτα επαρκής να καλύψει τις επικοινωνιακές τους ανάγκες, με το σημερινό νέο, που προσπαθεί -για συναισθηματικούς κυρίως λόγους- να διασώσει μια γλώσσα φτιαγμένη για να υπηρετήσει ανάγκες ολότελα διαφορετικές από τις δικές του; Μπείτε μια μέρα στο facebook και παρακολουθήστε την προσπάθεια των νέων παιδιών από την Ελλάδα, τη Γερμανία, αλλά και την Τραπεζούντα, να επικοινωνήσουν με γραπτά μηνύματα στα ποντιακά. Θα σχηματίσετε αμέσως πλήρη εικόνα του τεράστιου προβλήματος αντιστοίχησης «σημείου» και «σημαινομένου», που έχουν να αντιμετωπίσουν. Επομένως ακόμη κι αν δεχτούμε ότι η ποντιακή γλώσσα παραμένει «ζωντανή», είναι αδύνατον να μπορέσουμε να βρούμε σοβαρά επιχειρήματα για να τη χαρακτηρίσουμε «λειτουργική». Πολύ απλά γιατί δεν είναι.

Επιστολές από τη φυλακή

Για πρώτη φορά στο φως της δημοσιότητας σπάνια ντοκουμέντα από την αλληλογραφία του έγκλειστου στις φυλακές της Αμάσειας Αναστάσιου Μελίδη με την οικογένειά του






Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μερικά από τα πιο συγκινητικά ντοκουμέντα που έχουμε στη διάθεση μας από τη μεγάλη συμφορά που έπληξε τον ελληνισμό του Πόντου στις αρχές της ταραχώδους δεκαετίας του 1920, αφορούν τους υπόδικους της Αμάσειας, δηλαδή τον ανθό της πολιτικής, οικονομικής, εκκλησιαστικής και πνευματικής ζωής του Πόντου, που παρέμενε έγκλειστος στις φυλακές της πόλης, αναμένοντας την ανακοίνωση της τελικής απόφασης του διαβόητου Δικαστηρίου Ανεξαρτησίας. Τα γεγονότα είναι λίγο πολύ γνωστά και άλλωστε περιγράφονται από τον καθηγητή Κωνσταντίνο Φωτιάδη στις προηγούμενες σελίδες του περιοδικού μας. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι, μπορεί οι άνθρωποι εκείνοι να ακολούθησαν τελικά την προδιαγεγραμμένη μοίρα τους, όμως τα τελευταία γραπτά τους -ιστορικά μνημεία ψυχραιμίας και αξιοπρέπειας απέναντι στο θάνατο, από προσωπικότητες όπως ο Νίκος Καπετανίδης, ο Αλέξανδρος Ακριτίδης ή ο Ματθαίος Κωφίδης- εξακολουθούν να συγκινούν ακόμη και σήμερα εκείνον που θα έχει την τύχη να τα διαβάσει.


Μεταξύ των μελλοθάνατων της Αμασείας βρισκόταν και ο Αναστάσιος Μελίδης, πλούσιος ξυλέμπορος της Σαμψούντας, που κατηγορείτο, όπως και οι υπόλοιποι συγκατηγορούμενοί του ότι ενίσχυε οικονομικά το αυτονομιστικό κίνημα του Πόντου. Μάταια προσπαθούσαν οι δυστυχείς μεγαλέμποροι της Αμισού να εξηγήσουν στον πρόεδρο του Δικαστηρίου, το διαβόητο Εμίν Μπέη, ότι οι εγγραφές με τα ονόματά τους που βρέθηκαν στα κατάστιχα της Μητροπόλεως Αμασείας αφορούσαν δωρεές για κοινωφελείς σκοπούς και όχι αγορά οπλισμού. Μιλούσαν «εις ώτα μη ακουώντων».

Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

Η ιστορία ενός ρολογιού…


        Ο παππούς μου ανήκε σε μία γενιά που δε φόρεσε ποτέ ρολόι χειρός, αλλά έμεινε μέχρι τέλους πιστή σε εκείνα τα πανέμορφα ρολόγια της τσέπης με τις μακριές ασημένιες καδένες, που κατέληγαν σε ένα μικρό τσεπάκι του αντρικού γιλέκου. Κι είχε πράγματι ένα τέτοιο ρολόι ο παππούς, ένα πανέμορφο ρολόι με ασημένια καδένα, μόνο που αντί για την τσέπη του γιλέκου, που είχε από χρόνια εξοβελιστεί από τη γκαρνταρόμπα των Ελλήνων, ακόμη και των γεροντότερων, εκείνη κατέληγε στη δεξιά τσέπη του παντελονιού του.

 Κάποια φορά που το έβγαλε από την τσέπη του, τον ρώτησα αν το είχε από τον πατέρα του.

 -«Όχι, το αγόρασα στην Κατοχή… Εκείνο το πούλησα….».

Δε μου άρεσε καθόλου η απάντησή του. Πως μπορούσε να ομολογήσει τόσο κυνικά ότι είχε πουλήσει το ρολόι του πατέρα του; Λες και είχε στα χέρια του πολλά άλλα ενθύμια από εκείνο το πατέρα, που πέθανε στη «μακρινή πατρίδα». Εδώ καλά-καλά ούτε φωτογραφία του δεν είχαμε… Κι ύστερα, τι το θελε εκείνο το «στην Κατοχή»; Στο νου μου ήρθαν αμέσως οι εικόνες από τις διηγήσεις των γέρων του καφενείου για τα καραβάνια των πεινασμένων Θεσσαλονικέων, που ’παίρναν σβάρνα τα κοντινά χωριά, προσπαθώντας να ανταλλάξουν τα λιγοστά τιμαλφή τους με μια χούφτα σιτάρι. Ο παππούς μου ήταν κατά κοινή ομολογία όσων τον γνώριζαν, ένας καλόψυχος άνθρωπος. Το τελευταίο πράγμα που θα μπορούσα να πιστέψω γι αυτόν, ήταν ότι είχε γίνει συνένοχος σε μια τόσο ανίερη δοσοληψία.  Δεν άντεξα και προσπάθησα να ανοίξω συζήτηση (πράγμα όχι και τόσο εύκολο, αφού ο «Πιπέρος» είχε έναν δικό του τρόπο να αποφεύγει, συνήθως μονολεκτικά, τις ανεπιθύμητες συζητήσεις). Ευτυχώς εκείνο το πρωί είχε μάλλον τα κέφια του.

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

Ο Δήμος ο Κωνσταντάς...

Από την χοροεσπερίδα των εμποροϋπαλλήλων της Τραπεζούντος: …η βραδιά έκλεισε με επιχώριο χορό. Η λύρα του Δήμου για μία ακόμη φορά έκανε το θαύμα της…

Από ρεπορτάζ του Νίκου Καπετανίδη στην εφημερίδα «Εποχή» (Τραπεζούντα 1919)

Ποιος να ήταν άραγε αυτός ο Δήμος, που ήταν τόσο γνωστός στους αναγνώστες της «Εποχής», ώστε ο πάντα σχολαστικός ως ειδησεογράφος Καπετανίδης να θεωρεί ότι περιττεύει η αναγραφή του επωνύμου του; Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για το Κρωμναίο την καταγωγή  Δήμο Ουσταμπασίδη ή «Βελβελέ»,  τον πιο ονομαστό Έλληνα λυράρη της Τραπεζούντας κατά τα τελευταία χρόνια πριν την Ανταλλαγή. Πολλοί εσφαλμένως τον αναφέρουν ως δάσκαλο του Σταύρη Πετρίδη. Προσωπικά έχω εντονότατες επιφυλάξεις. Ο Δήμος αυτός, που δεν πρέπει να είχε και πολύ μεγάλη διαφορά ηλικίας από το Σταύρη, νομίζω ότι ήταν μαθητής του παλιού, του «μυθικού» Δήμου. Αυτού για τον οποίο ο Ηλίας Τσιρκινίδης έγραψε εκείνο το μοναδικό «Κρωμέτες κατηβαίν’ ’ς σον Άδ’, τη Κωνσταντά ο Δήμον….».
Πολλές φορές μέχρι σήμερα έχω αναρωτηθεί πώς να ήσαν και πώς να έπαιζαν εκείνοι οι λυράρηδες… Πέρα από τη μουσική τους όμως, δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτε και για τη ζωή τους. Η αλήθεια είναι ότι στα νεανικά μου χρόνια (στα πολύ νεανικά, για την ακρίβεια…), είχα δύο αναπάντεχες αφορμές να ακούσω το ξεχασμένο από χρόνια όνομά του. Η πρώτη ήταν από το αείμνηστο δάσκαλό μου Παντελή Σεβαστίδη (τον «Παντελίκα»). Ο δάσκαλός μου είχε γεννηθεί το 1922 καθ’ οδόν προς την Ελλάδα και ήταν φτασμένος λυράρης ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’30. Ως μαθητής, αντί να πάει στο σχολείο του, καθόταν με τις ώρες και κρυφοκοίταζε από τα παράθυρα του καφενείου για να δει τον καπετάν Ευκλείδη να γλεντά με την παρέα του (κι όταν κουράζεται ο «Τσορτάντς», να παίρνει ο ίδιος τη λύρα απ’ τα χέρια του και να παίζει τους δύο-τρεις σκοπούς που ήξερε να «γρατζουνάει»).  Λίγα χρόνια μετά πρόλαβε και έπαιξε για να χορέψει Σέρα ο ίδιος ο Σταύρης. Γλέντησε με αμέτρητους πρόσφυγες της 1ης γενιάς. Ένα απόγευμα, που παρατήσαμε για μία ακόμη φορά τις λύρες και το γυρίσαμε στην κουβέντα για το Γώγο (άλλωστε ήταν φίλοι από το 1941) μου είπε κάτι που νομίζω ότι το έχω κάπου ξαναγράψει: «εγνώρτσα αθρώπ’ς που εγλέντεσαν με το Σταύρην, αθρώπ’ς π’ εγλέντεσαν με το Δήμον… Όλτς πα ερώτεσα. ’Κι ευρέθεν είνας να λέει με ότι έκ’σεν ’ς σην πατρίδαν άθρωπον να παίζ’ άμον το Γώγον…».

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Έφυγε ο Χαράλαμπος Εφραιμίδης....





Έφυγε σήμερα από τη ζωή σε ηλικία 85 ετών ο παραδοσιακός τραγουδιστής και επί σειρά ετών συνεργάτης του αλησμόνητου Γώγου Πετρίδη, Χαράλαμπος Εφραιμίδης. 

Ο Χαράλαμπος Εφραιμίδης γεννήθηκε το 1928 στη Νέα Σάντα Κιλκίς, όπου είχαν εγκατασταθεί οι γονείς του, πρόσφυγες από την ενορία Ισχανάντων της επτάκωμης Σάντας του Πόντου. Από τον παππού του, που κατασκεύαζε «χαρτώματα» (λεπτά σανίδια από έλατο για την στέγαση των σπιτιών), η οικογένεια είχε λάβει το παρατσούκλι «Χαρτοματσής». Ο πατέρας του Χρήστος, πρώην αντάρτης στα βουνά της Σαντάς, πέθανε όταν ο Χαράλαμπος ήταν τριών ετών. Μεγάλωσε στη Νέα Σάντα, όπου μυήθηκε στο ποντιακό παραδοσιακό τραγούδι. Δάσκαλοι του ο αδερφός της μητέρας του Γεώργιος Κεφαλίδης («Κιαριάμ’ς»), ένας χαρισματικός παραδοσιακός τραγουδιστής και στιχοπλόκος που έφυγε πολύ νέος από τη ζωή, αλλά και ο μετέπειτα πεθερός του Ιωάννης Τσορτανίδης («Τσορτάντς»), ο γνωστός παραδοσιακός λυράρης και  δημιουργός του τραγουδιού του «Καπετάν Ευκλείδη». Την πρωτομαγιά του 1949 σε μια εκδρομή νεαρών νεοσανταίων στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον πατριάρχη της ποντιακής λύρας Γώγο Πετρίδη, ο οποίος συνόδευε το τμήμα νεολαίας της Ευξείνου Λέσχης. Ο Γώγος εντυπωσιάστηκε από τον τρόπο με τον οποίο ο Χαράλαμπος Εφραιμίδης απέδιδε τα παραδοσιακά τραγούδια και του πρότεινε να συμμετάσχει στις ραδιοφωνικές εκπομπές της Ευξείνου Λέσχης. Πράγματι ο Χαράλαμπος Εφραιμίδης τραγούδησε σε κάποιες εκπομπές, που τότε εκπέμπονταν ζωντανά από ένα παράπηγμα του Ραδιοφωνικού Σταθμού των Ενόπλων Δυνάμεων, η ανάγκη όμως να επιστρέψει στο χωριό του για να βοηθήσει την οικογένειά του στις αγροτικές εργασίες της, τον ανάγκασαν να διακόψει αυτή την πρώτη φάση της συνεργασίας του με το Γώγο. Μετά την εκπλήρωση των στρατιωτικών του  υποχρεώσεων επέστρεψε στο χωριό του και παντρεύτηκε την Ιωάννα Τσορτανίδου, με την οποία απέκτησε δύο κόρες. Το 1959 συναντήθηκε και πάλι με το Γώγο, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι η θέση του στο μουσικό επιτελείο της Λέσχης ήτα διαθέσιμη. Με τη μεσολάβηση των παραγόντων της Λέσχης προσελήφθη ως εισπράκτορας στον ΟΑΣΘ, όπου εργάστηκε μέχρι τη συνταξιοδότησή του. Με λυμένο πλέον το πρόβλημα της εργασίας εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη και αποτέλεσε μόνιμο συντελεστή των ραδιοφωνικών εκπομπών της Ευξείνου Λέσχης, για να επιβεβαιώσει την προφητική ρήση του Φίλωνα Κτενίδη, ο οποίος όταν άκουσε για πρώτη φορά τα νεαρό Χαράλαμπο Εφραιμίδη δήλωσε ότι  «η Λέσχη εξασφάλισε τραγουδιστή για τα επόμενα 40 χρόνια». Παράλληλα με το ραδιόφωνο ο Χαράλαμπος Εφραιμίδης θα συνεργαστεί με το Γώγο και σε επαγγελματικό επίπεδο, συνοδεύοντάς τον σε γάμους, χορούς κλπ. και αργότερα στα πρώτα ποντιακά κέντρα διασκέδασης (Ακροπόλ κλπ). Η εργασία του όμως στον ΟΑΣΘ τον ανάγκασε να αποσυρθεί σύντομα από τα νυχτερινά κέντρα. Έκτοτε θα τραγουδά σε έκτακτες περιπτώσεις και μόνον όταν το επέτρεπε η δουλειά του.
Λόγω της κοινής τους απόφασης με το Γώγο να μην δεχτούν την πρόταση των δισκογραφικών εταιριών να αμείβονται με ποσοστά, δεν έκαναν κάποιο δίσκο, ευτυχώς όμως σώζονται πολλές ερασιτεχνικές ηχογραφήσεις τους, όπως και τρεις μικροί δίσκοι που ηχογράφησε νωρίτερα ο Χαράλαμπος Εφραιμίδης με το συγχωριανό του παραδοσιακό λυράρη Παντελή Σεβαστίδη («Παντελίκα»).

Η κηδεία του Χαράλαμπου Εφραιμίδη θα γίνει αύριο Πέμπτη στις 10:00 στον Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Νέας Σάντας Κιλκίς. 

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Χρήστος Αντωνιάδης: «Αισθάνομαι περισσότερο κυνηγός λέξεων, παρά στιχουργός…»



      Έχω πρόβλημα με το σύγχρονο ποντιακό στίχο και δεν το κρύβω. Κατ’ αρχήν δεν μπόρεσα ποτέ να ξεκαθαρίσω μέσα μου -κι ας παλεύω τόσα χρόνια με στίχους και μελωδίες- ποιόν στίχο θα πρέπει να θεωρώ καλό και ποιόν όχι. Ένα ποιητικό αριστούργημα π.χ. γραμμένο στα φτωχά και «αποχυμωμένα» ποντιακά της γενιάς μου, μπορεί να θεωρηθεί καλός στίχος; Από την άλλη πως αξιολογείς έναν γλωσσικά άψογο στίχο, εφόσον πέφτει στην παγίδα να μιλάει για «παρχάρια και κερβάνες» εν έτει 2011; Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ένα σχετικά ασφαλές κριτήριο αξιολόγησης   είναι το κατά πόσο ο στίχος αυτός ανταποκρίνεται στα κοινωνικά αιτήματα της εποχής. Σύμφωνα με αυτή την άποψη αν η συγγραφή στίχων είναι ένα δύσκολο στοίχημα, τότε στίχος που έχει αγκαλιαστεί από το λαό, δεν μπορεί παρά να είναι κερδισμένο στοίχημα. Χαρακτηριστική περίπτωση το «σα ξένα είμαι Έλληνας και σην Ελλάδαν ξένος», του Χρήστου Αντωνιάδη. Νομίζω ότι κανένας άλλος σύγχρονος ποντιακός στίχος δεν έχει κατορθώσει να εκφράσει με τόση επιτυχία -σχεδόν να επιγραμματοποιήσει-  ένα γενικότερο κοινωνικό αίτημα. Από την άποψη αυτή δεν είναι καθόλου τυχαίο που ακούγεται το ίδιο συχνά είτε από το χείλη Ποντίων τραγουδιστών, είτε από  τα χείλη (Ποντίων και μη) πολιτευομένων, που αναγκάστηκαν να τον αποστηθίσουν.
Γνωρίζω το Χρήστο Αντωνιάδη πολλά χρόνια. Είχα αρκετές φορές την ευκαιρία να συζητήσω μαζί του τις απόψεις του για τα της ποντιακής μουσικής, αλλά και τα της ποντιακής κοινωνίας. Δεν συμφωνούμε πάντα. Δεν μπορώ όμως να μην παραδεχτώ ότι συνήθως δυσκολεύομαι να τον αντικρούσω. Ίσως γιατί ως συζητητής εμφανίζει ένα πρόσωπο ριζικά διαφορετικό απ’ ότι ως στιχουργός. Αν στην περίπτωση του στιχουργού Αντωνιάδη ξεχωρίζει αμέσως το συναίσθημα, στην περίπτωση του συνομιλητή παίρνει αμέσως το πάνω χέρι η ψυχρή λογική. Δεν ξέρω αν αυτό οφείλεται στην επιστημονική του συγκρότηση (έχω την εντύπωση  ότι τα πιο «μαθηματικά μυαλά» που γνώρισα, δεν ήταν κατ’ επάγγελμα μαθηματικοί, αλλά γιατροί), όσο ο απόλυτα ψυχρός τρόπος με τον οποίο έχει μάθει να αναλύει τα δεδομένα. Και είναι λογικό. Αν στα επτά σου χρόνια είσαι υποχρεωμένος να ακολουθείς τη γιαγιά σου σε ένα καπνοχώραφο της Κοζάνης και σαράντα χρόνια αργότερα έχεις φτάσει να σε μεταφέρουν με ελικόπτερο στα Σκόπια για να χειρουργήσεις ως επιστημονική αυθεντία τον ασθενή Κίρο Γκλιγκόρωφ, δεν μπορεί παρά να έχεις μάθει πολύ καλά τη ζωή και τα δεδομένα της.

Έγραψα παραπάνω για το «σα ξένα είμαι Έλληνας και σην Ελλάδαν ξένος». Είναι μαζί με το «Ντο να εφτάγω την παράν» οι δύο μεγαλύτερες ίσως επιτυχίες του Χρήστου Αντωνιάδη. Προσωπικά δεν με άγγιξαν. Στην πρώτη περίπτωση γιατί ανήκα σε μια ποντιακή γενιά που δεν είχε βιώσει -παρά μόνο εξ αντανακλάσεως- την εμπειρία του κοινωνικού αποκλεισμού. Στη δεύτερη γιατί, όταν κυκλοφόρησε, ήμουν πολύ νέος για να έχω γονικές ευαισθησίες.  Θυμάμαι όμως έναν άλλο στίχο του, λιγότερο γνωστό στο ευρύ κοινό, που όμως εμένα συγκλόνισε: «λιθάρ’ ντο κείσαι αιρετίν, σο κεμερόπο μ’ κές-ι, ρούξον κι έπαρ’ το ψόπο μου, ας θάφ’νε με αδακές-ι». Δε νομίζω ότι υπάρχουν πολλοί σύγχρονοι στίχοι που  να εκφράζουν με μεγαλύτερη επιτυχία τον πόνο του πρόσφυγα, που παρακαλά να πεθάνει κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης στον τόπο που γεννήθηκε. Ήταν ένας από τους ελάχιστους στίχους που γράφτηκαν τα τελευταία χρόνια και τον οποίο ζήλεψα πραγματικά σε βαθμό που να με αναγκάσει να πάρω ένα χαρτί και να προσπαθήσω –ανεπιτυχώς- να το μιμηθώ.


Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013

Ντίνος Χριστιανόπουλος:

«Μήπως εκείνο που μετράει πιο πολύ, δεν είναι το να βρεις τη λευτεριά σου, αλλά το να μη χάσεις το χώμα σου;»


     Είμαστε ένας λαός που δεν αγαπά την ποίηση, αλλά λατρεύει τους ποιητές. Η περίπτωση του Ντίνου Χριστιανόπουλου το αποδεικνύει. Δε γνωρίζω π.χ. πόσοι είναι οι Έλληνες που έτυχε να διαβάσουν κάποτε μία στροφή από κάποιο ποίημά του, αλλά είμαι βέβαιος ότι είναι απείρως περισσότεροι εκείνοι που τον γνωρίζουν από τη «φαρμακερή» απάντηση που έδωσε κάποτε σε κάποιον ανυποψίαστο δημοσιογράφο ή από την πρόσφατη άρνησή του να αποδεχθεί, για μία ακόμη φορά, το μεγάλο κρατικό βραβείο λογοτεχνίας (κι ας συνοδευόταν από ένα διόλου ευκαταφρόνητο χρηματικό ποσό). Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι ο αειθαλής «μέγας προκλητικός» των νεοελληνικών γραμμάτων βιώνει αυτή την εποχή, στα 81 του χρόνια, την περίοδο της μέγιστης δημοφιλίας του. Μια δημοφιλίας που δεν οφείλεται πάντα στο λογοτεχνικό έργο, αλλά ενίοτε και στην παροιμιώδη ελευθεροστομία του, που κατορθώνει -βοηθούσης και της τηλεοράσεως- να σπάει κοινωνικά, μορφωτικά και πολιτισμικά φράγματα και να μεταφέρει τον συνήθως αιχμηρό λόγο του ποιητή σε ανθρώπους, που υπό άλλες συνθήκες θα χρησιμοποιούσαν τη συσκευή της τηλεόρασής τους για να παρακολουθήσουν το τελευταίο επεισόδιο της αγαπημένης τους τουρκικής σαπουνόπερας…
Γνώρισα τον Ντίνο Χριστιανόπουλο πριν από τρία χρόνια, όταν τον επισκέφτηκα στο  σπίτι του στις Σαράντα Εκκλησιές, συνοδευόμενος από τον κοινό μας φίλο Δημοσθένη Χατζηιωαννίδη,  για να του ζητήσω να προλογίσει το πρώτο τεύχος του «Άμαστρις». Τώρα που το σκέφτομαι, πρέπει να είχα περίσσιο απόθεμα θράσους. Διότι τι άλλο, εκτός από θράσος, θα πρέπει να διαθέτει ένας φέρελπις εκδότης περιοδικού, όταν τολμά να ζητά από έναν κορυφαίο ποιητή να προλογίσει ένα έντυπο που δεν υπάρχει; Από την άποψη αυτή κατανοώ απόλυτα τους αρχικούς δισταγμούς του. Εσείς θα υπογράφατε σ’ ένα λευκό χαρτί; Κι όμως ο θεωρούμενος από πολλούς ως «δύσκολος» και «δύστροπος»  Χριστιανόπουλος, το έκανε. Ίσως γιατί τον συγκίνησε ο ζήλος της νεότητας, ίσως γιατί αγαπά και εκτιμά τη ράτσα των Ποντίων, στην οποία άλλωστε αφιέρωσε -πρώτος και μόνος αυτός απ’ όλους τους μεγάλους Έλληνες ποιητές μετά το ανεπανάληπτο «Πάρθεν» του Κωνσταντίνου Καβάφη- τρία πανέμορφα πεζά ποιήματά του, πάντως το έκανε.
Στα χρόνια που πέρασαν είχα αρκετές φορές την ευκαιρία να συνομιλήσω μαζί του, καθισμένος στην αναπαυτική πολυθρόνα του πλημυρισμένου από βιβλία γραφείου του. Μη φανταστείτε ότι μιλάμε για ποίηση (υποθέτω ότι δεν του ήταν καθόλου δύσκολο να καταλάβει από την αρχή ότι ο συνομιλητής του είχε άγρια μεσάνυχτα από λογοτεχνία). Οι συζητήσεις μας με τον κ. Ντίνο Χριστιανόπουλο περιστρέφονται κατά κανόνα γύρω από θέματα νεώτερης ιστορίας, την παλιά Θεσσαλονίκη, αλλά και τις πολλές σημαντικές προσωπικότητες που γνώρισε. Αν πρέπει να κρατήσω κάτι από  αυτές τις συναντήσεις, νομίζω ότι δεν είναι η σοφία του συνομιλητή μου και οι πολύτιμες γνώσεις που συσσώρευσε παλεύοντας επί δεκαετίες με τα ελληνικά γράμματα, αλλά κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο:  πως μπορεί ένας αυθεντικός πνευματικός άνθρωπος να μιλά εν έτει 2012 για πράγματα απαγορευμένα από τους σύγχρονους συρμούς των νεοελληνικών γραμμάτων, όπως οι έννοιες του έθνους και της ιστορικής μνήμης. Αλλά και να είναι κοινωνικά ριζοσπαστικός, χωρίς να διεκδικεί το δικό του μερίδιο στην επανάσταση. «Είμαι αυτό που λένε απολιτίκ...», μου είπε χαμογελώντας σε κάποια φάση αυτής της συνέντευξης. Κι ας ήξερε πολύ καλά μέσα του ότι ο λόγος του είναι πολύ περισσότερο πολιτικός απ' όσο σηκώνει η απολιτίκ εποχή που ζούμε...

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Η αλλαγή των τοπωνυμίων στην Τουρκία


του Orhan Kemal Cengiz
αναδημοσίευση από την Tooday’s Zaman


Σε προηγούμενο άρθρο μου έκανα αναφορά στην τελευταία έκθεση του Sevan Nişanyan με θέμα την αλλαγή των τοπωνυμίων που συντελέστηκε στην Τουρκία κατά την περίοδο του κοινοβουλευτισμού και η οποία δείχνει ότι έχουν αλλάξει πάνω από 15.000 αρμενικά, ελληνικά, εβραϊκά, κουρδικά, αραβικά κλπ. τοπωνύμια. 
Έγραψα επίσης ότι τα πάντα ξεκίνησαν το 1916 με το διάταγμα που εξέδωσε ο Εμβέρ Πασάς, αμέσως μόλις ολοκληρώθηκαν οι σφαγές των μη μουσουλμανικών πληθυσμών. 
Ας διαβάσουμε το υπόλοιπο της ιστορίας από την έκθεση που προανέφερα: 
«Μια ριζική μεταμόρφωση ξεκίνησε κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950. Από τη συγκεκριμένη ημερομηνία, η τάση «τουρκοποίησης» των πάντων κατέστη ουσιαστικά επίσημη κρατική πολιτική, η οποία υποκατέστησε την πολιτική εξουσία. Το 1957 ιδρύθηκε η Επιτροπή Αλλαγής Ξένων Ονομάτων με σκοπό να προσδιορίσει τα μη τουρκικά τοπωνύμια και να προτείνει στη θέση τους τουρκικές ονομασίες. 

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

Γράμμα σε ένα παιδί που γεννήθηκε χθες…



Τσικαρόπο μ’…
Σε λέω έτσι, γιατί έτσι μ’ έλεγε κι εμένα η μάνα μου κι έτσι την έλεγε κι αυτήν η δική της μάνα. Μην ψάξεις στα βιβλία σου να βρεις τι σημαίνει. Χαμένος κόπος… Είναι κι αυτή μια από τις «εξωτικές» εκείνες λέξεις, που θα ακούς να λέγονται στο σπίτι μας και καμιά δασκάλα δεν θα μπορεί να σου τις εξηγήσει.
Μεγαλώντας θα διαπιστώσεις ότι η οικογένεια μας είναι κάπως «διαφορετική» από εκείνες των συμμαθητών σου. Μιλάμε κάπως διαφορετικά, μαγειρεύουμε κάπως διαφορετικά, τραγουδάμε και χορεύουμε διαφορετικά. Ούτε για μία στιγμή στη ζωή σου δεν θέλω να αισθανθείς άβολα με αυτή σου τη διαφορετικότητα. Και κάθε φορά που κάποιος αστοιχείωτος θα επιχειρεί να την ειρωνευτεί, εσύ να σκέφτεσαι ότι μερικές γενιές δικών σου ανθρώπων έζησαν και πέθαναν με αυτήν ή ίσως και για αυτήν.
Είμαι βέβαιος ότι αργά ή γρήγορα θα αναγκαστείς να αναζητήσεις τις ρίζες αυτής της διαφορετικότητας. Ελπίζω μόνο να το κάνεις νωρίτερα απ’ ότι εγώ. Βλέπεις, εσύ θα έχεις πολύ λιγότερο χρόνο στη διάθεση σου. Όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί φοβάμαι ότι αυτή η ιδιαιτερότητα, την οποία και εμείς και πολλοί ακόμη άνθρωποι σε αυτή τη χώρα κουβαλάμε αβίαστα και χωρίς να την επιλέξουμε, μόνο και μόνο χάρη σε ένα περίεργο καπρίτσιο της ιστορίας που εσύ δεν είσαι ακόμη σε θέση να καταλάβεις, έχει μάλλον ημερομηνία λήξης. Δεν ξέρω πότε είναι αυτή. Ίσως σύντομα, ίσως στις μέρες σου. Ελπίζω μόνο, όταν έρθει, να μη σε τρομάξει, όπως προς το παρόν τρομάζει εμένα η απειλή της.
Μη νομίσεις ότι σου γράφω από δασκαλίστικη διάθεση ή όρεξη για πρόωρα μαθήματα πατριδογνωσίας. Άλλωστε έχουμε όλον τον καιρό μπροστά μας για να τα πούμε με την ησυχία μας. Αν σου μιλώ από τώρα για πράγματα που είναι βέβαιο ότι δεν μπορείς ακόμη να καταλάβεις, είναι γιατί θέλω να σε βοηθήσω να κατανοήσεις ευκολότερα το μικρόκοσμο στον οποίο σε υποδεχόμαστε. Νομίζω λοιπόν ότι όλη η ουσία αυτών που θέλω να σου πω, συνοψίζεται σε μία και μόνο φράση: «εμείς δεν είμαστε από ’δώ».
Τη στιγμή που θα σου ’λεγα αυτή τη φράση, την ονειρευόμουν πολύ πριν γεννηθείς. Ίσως γιατί εμένα δε μου την είπε ποτέ κανείς. Όπως και πολλοί ακόμη της γενιάς μου, έπρεπε να ανακαλύψουμε μόνοι μας τις ρίζες μας. Βλέπεις, οι δικοί μας γονείς -επηρεασμένοι και από τη βιασύνη των πατεράδων τους να ριζώσουν γερά στη νέα τους πατρίδα και να αφήσουν οριστικά πίσω τους την ανάμνηση της βαρβαρότητας που βίωσαν στην παλιά- είχαν θέσει κάποιες άλλες προτεραιότητες ως προς αυτά που ένιωθαν ότι έπρεπε να πουν στα παιδιά τους. Μας έλεγαν π.χ. να είμαστε καλοί άνθρωποι, να σπουδάσουμε, να βγάλουμε χρήματα, να ζήσουμε άνετα. Ελάχιστοι ήταν αυτοί που σκέφτηκαν να μας μιλήσουν για το παρελθόν. Εσείς θα είστε η πρώτη γενιά της ράτσας μας, που δεν θα χρειαστεί να σηκώσει το χαλί της ιστορίας για να ανακαλύψει την ταυτότητά της.
Εφόσον όμως «δεν είμαστε από εδώ», έχεις κάθε δικαίωμα να αναρωτιέσαι από πού είμαστε. Μεγαλώντας θα ακούσεις τις λέξεις «Πόντος» και «Πόντιοι». Όσο κι αν σου φαίνεται περίεργο, δεν τις συμπάθησα ποτέ. Ίσως γιατί κατάλαβα σχετικά γρήγορα ότι δεν βγήκαν από την ψυχή του λαού μας, αλλά από την αρχαιολατρία και την πολυμάθεια των γραμματιζούμενων. Οι μαυροφορεμένες γριές που πρόλαβα εγώ, αποκαλούσαν τον τόπο τους με ένα ξερό, αλλά τόσο τρυφερό, «η Πατρίδα». Δεν είναι ακόμα η ώρα να σου μιλήσω για αυτήν την πατρίδα, ούτε για τα παθήματα των ανθρώπων της. Θέλω μόνο να ξέρεις ότι αυτή η πατρίδα, η γενέτειρα των λίγων παραμυθιών που ξέρω να σου διηγηθώ, είναι ένας πανέμορφος τόπος, ένας τόπος ωραιότερος από όλους όσους πρόκειται να γνωρίσεις στη ζωή σου. Μη με ρωτήσεις αν είναι ωραιότερος και από τον τόπο που γεννηθήκαμε εσύ κι εγώ. Θα σου απαντήσω αβίαστα ναι.
Υποθέτω ότι το επόμενο που θα θέλεις να με ρωτήσεις, είναι ότι, εφόσον έχουν έτσι τα πράγματα, ποιόν τόπο θα πρέπει να θεωρούμε πατρίδα μας. Πολύ φοβάμαι ότι η απάντηση δεν είναι καθόλου εύκολη. Θα προσπαθήσω να σου το εξηγήσω με μια απλή ιστορία. Στα πρώτα χρόνια της ζωής του λαού μας στην Ελλάδα, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1930, είχε αναπτυχθεί μέσα από τις σελίδες των πρώτων ποντιακών περιοδικών ένας πολύ ενδιαφέρων διάλογος ανάμεσα στην ποντιακή διανόηση της εποχής (για την ακρίβεια ανάμεσα στα απομεινάρια της, που κατόρθωσαν να ξεφύγουν τα ικριώματα της Αμάσειας). Η κεντρική ιδέα αυτού του διαλόγου ήταν «ποιοι είμαστε και που πάμε». Κάποιοι λοιπόν, ίσως οι πιο «προοδευτικοί», βιάστηκαν να πουν τότε ότι, εφόσον ήρθαμε στη Μακεδονία και ζούμε πλέον εδώ, χωρίς μάλιστα προοπτική επιστροφής, ίσως θα ήταν σκόπιμο να πάψουμε να αυτοαποκαλούμαστε «Πόντιοι» και να αρχίσουμε να αισθανόμαστε «Μακεδόνες». Και τότε ένας δάσκαλος, συμπατριώτης του παππού μου, έγραψε από ένα ορεινό χωριουδάκι της Μακεδονίας, όπου υπηρετούσε, μια συγκλονιστική επιστολή. Σου μεταφέρω έναν από τα επιχειρήματά του, εκείνο που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση, όπως ακριβώς το έγραψε και με την ελπίδα ότι, όταν θα διαβάσεις αυτές τις γραμμές, θα είσαι σε θέση να τις καταλάβεις. «Είνας κάτα», είπε λοιπόν ο γέρο δάσκαλος, «εγέννεσεν απές ’ς σο φουρνίν εμουν πέντε κατοπούλα-. Πως πρέπ’ να λέμε τα γιαβρία τ’ς, κατοπούλα-, γιόξαμ παξιμάδα-;»
Όπως κατάλαβες, σου γράφω επειδή επιμένω να σε βλέπω ως «κατοπούλ’» και όχι ως «παξιμάδ’». Εσύ θα επιλέξεις τι θέλεις να είσαι. Εγώ το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σε συμβουλέψω να αγαπάς τον τόπο που γεννήθηκες, να παραβλέπεις την παρακμή του χάριν των καλύτερων ημερών που πρόκειται να ζήσεις σ’ αυτόν, να νοιάζεσαι και να παλεύεις για την προκοπή του. Ούτε για μια στιγμή όμως να μην περνά από το μυαλό σου ότι μπορείς να ξεχάσεις. Αν δεν ξέχασα εγώ, που πρόλαβα τον απόηχο των χρόνων της λήθης, αν δεν ξέχασε η μάνα μου, που έφαγε ξύλο από τη δασκάλα της στο σχολείο γιατί επέμενε να μιλάει «ποντιακά», τη μόνη γλώσσα που γνώριζε μέχρι τα έξι της χρόνια, πως μπορείς να ξεχάσεις εσύ;
Είναι τόσα πολλά αυτά που θέλω να σου πω! Θέλω να σου μιλήσω για ανθρώπους που γνώρισα, για μουσικές που με νανούρισαν, για τόπους που είδα και για διηγήσεις που άκουσα. Οι παιδαγωγοί λένε ότι δεν πρέπει να λέμε στα παιδιά δυσάρεστες ιστορίες. Το σέβομαι. Όμως η δική μας η ράτσα δεν έχει και πολλές ευχάριστες ιστορίες να σου αφηγηθεί. Κι αυτές ακόμη τις λίγες που είχε, τις πήραν μαζί τους άνθρωποι με ροζιασμένα χέρια και βαθιές αυλακιές στο πρόσωπο. Άνθρωποι που εσύ δεν θα γνωρίσεις ποτέ.
Θα σου μιλήσω λοιπόν για ένα άλλο κοριτσάκι. Ένα κατάξανθο κοριτσάκι, που είχε τα ίδια ακριβώς με σένα δικαιώματα, αλλά χάρη σε μια πρόστυχη συνωμοσία της φύσης και της ιστορίας, δεν απόλαυσε σχεδόν κανένα από αυτά. Γεννήθηκε πριν από έναν περίπου αιώνα σε ένα τόπο πολύ μακριά από το σπίτι μας. Σωστά κατάλαβες, ο τόπος που γεννήθηκε είναι ο μακρινός τόπος που θέλω να σε μάθω να αγαπάς. Ήταν ένα παιδί με σοβαρά προβλήματα υγείας, αυτό που σήμερα αποκαλούμε «παιδί με ειδικές ανάγκες». Έχασε τους γονείς του όταν ήταν πέντε χρονών. Δεν φόρεσε όμορφα ρούχα, δεν είχε παιχνίδια για να χαρεί. Κουβαλώντας το στην πλάτη του το ανέβασε ο αδερφός του σε εκείνο το καταραμένο σαπιοκάραβο. Πέθανε το χειμώνα του 1923 σε ένα θλιβερό προσφυγικό στρατόπεδο της Κωνσταντινούπολης ίσως από τύφο, ίσως από ασιτία. Δεν είχε κλείσει καν τα επτά του χρόνια. Το έλεγαν Χαρίκλεια και ήταν αδερφή του παππού μου.
Σου μιλώ για αυτό το παιδί, γιατί τυχαίνει να είμαι ο τελευταίος άνθρωπος που θυμάται ακόμη το όνομά του. Δεν ξέρω γιατί, αλλά από τη μέρα που έμαθα τον ερχομό σου, ο νους μου τριγυρίζει συνέχεια σε εκείνο το παιδί. Τρέμω και μόνο στην ιδέα ότι θα μπορούσε να ζήσεις έστω και ένα μέρος όσων πέρασε. Θέλω να είσαι ευτυχισμένη και να απολαύσεις όλα όσα δικαιούσαι. Σε ότι με αφορά θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου για να το πετύχω. Σε εξορκίζω όμως να μην το ξεχάσεις ποτέ εκείνο το κοριτσάκι. Μου το χρωστάς…

Υ.Γ. Πιθανόν να αναρωτιέσαι γιατί επέλεξα αυτόν τον τρόπο για επικοινωνήσω μαζί σου. Ασφαλώς και θα μου ήταν ευκολότερο να γράψω τις σκέψεις μου σε ένα χαρτί και να το αφήσω σε ένα συρτάρι του γραφείου μου, για να το βρεις, όταν μεγαλώσεις. Σκέφτηκα όμως ότι αν δεν νιώσεις ποτέ την ανάγκη να ξεφυλλίσεις τη στοίβα από τα ξεθωριασμένα περιοδικά που θα βρεις στη βιβλιοθήκη μου -τη μόνη ίσως κληρονομιά που πρόκειται να βρεις από τον πατέρα σου- τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος να διαβάσεις αυτές τις γραμμές. Θα είναι απλά χάσιμο χρόνου…

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

Στάθης Ευσταθιάδης: "Σήμερα το έργο μου ανήκει σε όλους του Ποντίους..."


Συνομιλώντας με το Στάθη Ευσταθιάδη έχει κανείς τη αίσθηση ότι συνομιλεί με τη ζώσα ιστορία της ποντιακής λαογραφικής έρευνας. Δεν είναι τυχαίο ότι είναι ο μόνος ίσως από τη λαμπρή εκείνη χορεία των πρωτοπόρων σκαπανέων της ποντιακής παράδοσης, τον οποίο οι παλαιότεροι -και ιδίως στα χωριά μας - γνώριζαν και αποκαλούσαν με το μικρό του όνομα.
Ίσως γιατί στα μάτια τους ο Στάθης Ευσταθιάδης - ο «Στίσιας» των δικών του ανθρώπων- ήταν ο μόνος από τους Πόντιους λόγιους των «πέτρινων» εκείνων μεταπολεμικών χρόνων που σκέφτηκε να επικεντρώσει την ερευνητική του προσπάθεια στους απλούς ανθρώπους της προσφυγιάς, στους ανώνυμους και πολλές φορές αγράμματους φορείς της συλλογικής μας μνήμης.
Η ζωή δεν ήταν πάντα γενναιόδωρη με το Στάθη Ευσταθιάδη. Ούτε όμως και οι άνθρωποι. Ίσως να έφταιγε και ο ίδιος. Ίσως να έφταιγε η αποφασιστικότητα και η παροιμιώδης δύναμη της θέλησης, που αποκτά στην περίπτωσή του επικές διαστάσεις, ίσως να έφταιγε η «δαιμονική» σχεδόν ευφυία του, που μπορεί να τρόμαζε και να ενεργοποιούσε αμυντικά αντανακλαστικά, ίσως τέλος να έφταιγε η παρρησία του λόγου του ή και εσφαλμένες επιλογές στην τόσο δύσκολη σκακιέρα της ποντιακής παραπολιτικής. Γεγονός πάντως είναι ότι ο σημερινός μας συνομιλητής διήνυσε τα πλέον πολύτιμα - για αυτόν, αλλά και τη λαογραφία μας - χρόνια σε μια πορεία μονήρη, όσο και παραγωγική.
Σήμερα στα ογδόντα του χρόνια ο Στάθης Ευσταθιάδης βρίσκεται στη φάση της οριστικής επίλυσης των λογαριασμών του με την ιστορία. Σε αυτή λοιπόν τη φάση, που εχθροί και φίλοι αναγνωρίζουν πλέον την προσφορά του χωρίς κατ’ ανάγκην να συμμερίζονται και τις θέσεις του, αποκτά ιδιαίτερη σημασία αυτό που είπε πρόσφατα σε μια εκδήλωση προς τιμήν του ο αδερφός του Νάκος: «τον καμαρώνω που βρίσκεται στην άκρη, σαν παλιό παροπλισμένο θωρηκτό, τιμημένο για τους αγώνες του». Αυτό λοιπόν το μεγάλο παροπλισμένο, αλλά πάντα έτοιμο για ταξίδια, θωρηκτό της λαογραφίας μας έχουμε την τιμή να φιλοξενούμε σήμερα μέσα από τις σελίδες του περιοδικού μας.

Ποια ήταν τα πρώτα σας ακούσματα;
Θυμάμαι κι έχω πάντα στο νου μου τον ήχο του λυράρη του χωριού μου, του Θόδωρου Ιωαννίδη, «τη Τότονος», όπως τον λέγαμε. Ήταν ένας θαυμάσιος λυράρης, που έπαιζε κυρίως Καρσλίδικα. Τα δεύτερα ακούσματα τα οποία θυμάμαι και τα οποία άσκησαν μεγάλη επιρροή πάνω μου από πολύ νεαρή ηλικία, ήταν του μεγάλου Σταύρη Πετρίδη, που ερχόταν στο Κιλκίς με διάφορες παρέες. Και φυσικά θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρω τη μητέρα μου, η οποία όχι μόνο τραγουδούσε θαυμάσια, αλλά και χόρευε θαυμάσια και μάλιστα όχι μόνο ποντιακούς χορούς, αλλά και Αρμένικους και Γεωργιανούς.

Σε ποια ηλικία πιάσατε για πρώτη φορά στα χέρια σας λύρα;
Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών. Ο «Τότον», που προανέφερα, έκανε την εποχή εκείνη μαθήματα σε δύο παιδιά. Εγώ παρακολουθούσα ως ακροατής, χωρίς να το γνωρίζει ο πατέρας μου. Έμαθα όμως γρηγορότερα από τους μαθητάς του. Κι όταν με άκουσε ο πατέρας μου, που το είχε μεράκι να μάθω λύρα, συγκινήθηκε τόσο πολύ, που πήγε αγόρασε μια λύρα και μου την έφερε.

Πότε αποφασίσατε να ασχοληθείτε συστηματικά με την ποντιακή λαογραφία;
Σχεδόν αμέσως μετά τον τραυματισμό μου το 1947. Μπορώ να πω ότι από τα πρώτα μου βήματα ερωτεύτηκα την ποντιακή λαογραφία. Σε αυτή τη φάση επισκέπτομαι τα χωριά και καταγράφω το υλικό που μου υπαγορεύουν γέροι και γερόντισσες. Μια δύσκολη διαδικασία που θέλει υπομονή και μεράκι.

Τι ήταν αυτό που θέλατε να μάθετε από τους γέροντες της πρώτης προσφυγικής γενιάς; Τι τους ρωτούσατε συνήθως;
Τι θυμούνται από την παλιά πατρίδα, από τον Πόντο ή τον Καύκασο, αν θυμούνται κανένα γάμο ή κανένα λυράρη, οτιδήποτε κατέγραψε η μνήμη τους και έμεινε χαραγμένο στην ψυχή τους. Μου υπαγόρευαν και –καθώς τότε δεν υπήρχαν μαγνητόφωνα-τα έγραφα στο χαρτί με τη βοήθεια της αδερφής μου της Μαρίας.

Πότε αποκτήσατε το πρώτο σας μαγνητόφωνο;
Το πρώτο μαγνητόφωνο μου το δάνεισε το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης πολύ αργότερα, το 1957, ως ανταμοιβή για την αρίστευσή μου.

Αναφερθήκατε στις σπουδές σας. Το πρόβλημα της όρασης δεν στάθηκε εμπόδιο στην επίτευξη αυτού του στόχου;
Το κρίσιμο ήταν να με δεχθούν στο Πανεπιστήμιο. Όταν χτύπησα την πόρτα του Πανεπιστημίου το 1956 για να δώσω εξετάσεις στα Νομικά, ώστε να εκπληρώσω και το όνειρο των γονέων μου, οι πανεπιστημιακές αρχές μου το αρνήθηκαν με το επιχείρημα «πως θα διαγωνιστεί, αφού ο ίδιος δεν μπορεί να γράφει; Που ξέρουμε ότι αυτά που θα γράψει δεν είναι γνώσεις του γραμματέως του;». Τότε τους είπα να χρησιμοποιήσουν πρόσωπο που να γνωρίζει μόνο να γράφει.
Τελικά χάρις και στη βοήθεια δύο πολύ σημαντικών καθηγητών της Φιλοσοφικής Σχολής, του Λίνου Πολίτη και του Νικόλαου Ανδριώτη, υπερίσχυσε το δικό μου επιχείρημα: «πώς είναι δυνατόν να θέλει ένας νέος να σπουδάσει και να του το αρνείστε; Ποιός νόμος το λέει αυτό; Και αν το λέει ο νόμος, τότε να τροποποιήσετε το νόμο». Έτσι την επόμενη χρονιά έγινα δεκτός και έδωσα εξετάσεις μόνος στο Πρυτανείο με μοναδικούς παρόντες τον καθηγητή και την αδερφή μου τη Μαρία, η οποία όλα αυτά τα χρόνια στάθηκε πολύτιμος συμπαραστάτης μου.
Η δε συγχωρεμένη η μάνα μου - γιατί ο πατέρας μου είχε στο μεταξύ δολοφονηθεί στον εμφύλιο - όταν έμαθε ότι τα κατάφερα, μου είπε συγκινημένη: «εσύ ετρύπεσες το ραχίν κι εξέβες ας σ’ άλλ’ τη μερέαν»!

Κι έτσι σπουδάσατε νομικά.
Σπούδασα νομικά με κρατική υποτροφία. Παράλληλα παρακολούθησα και ορισμένα μαθήματα της Φιλοσοφικής Σχολής: Γλωσσολογία, Λαογραφία με καθηγητή τον Στίλπωνα Κυριακίδη, Νεοελληνική Ιστορία, Ελληνική Λογοτεχνία…
 Μαθήματα που επέλεξα για να εμπλουτίσω τις γνώσεις μου και είχαν άμεση σχέση με τα λαογραφικά μου ενδιαφέροντα. Αργότερα ολοκλήρωσα τη διδακτορική μου διατριβή με τίτλο «Περί της κυριάρχου εν τη δημοκρατία βουλήσεως.
Η επαλήθευση της λαϊκής κυριαρχίας στα πλαίσια του ισχύοντος Συντάγματος» με καθηγητή τον Αριστόβουλο Μάνεση, η οποία εγκρίθηκε με άριστα. Εν συνεχεία δικηγόρησα επί 13 χρόνια και σήμερα είμαι συνταξιούχος.

Όλα αυτά τα χρόνια λοιπόν επισκέπτεστε τα ποντιακά χωριά και καταγράφετε γέροντες και γερόντισσες της πρώτης προσφυγικής γενιάς. Μπορείτε να μας αναφέρετε μερικούς από αυτούς, που σας έκαναν μεγάλη εντύπωση;
Ο μακαρίτης ο Στοφόρον από τον Τετράλοφο Κοζάνης. Φοβερές εντυπώσεις και πολλές. Μου υπαγόρευε πράγματα αυθεντικά, μου μιλούσε για τη ζωή της Ματσούκας, για τα πανηγύρια της Ματσούκας… Επίσης ο εξάδελφός του ο Στάθης Χριστοφορίδης από το Αραπλή…
Θυμάμαι επίσης μια γερόντισσα από τη Σκήτη Κοζάνης, την Ανατολή Βασιλειάδου. Ένας πολύ ωραίος άνθρωπος που τραγουδούσε και πολύ ωραία. Όταν πήγα και τη βρήκα και έμαθε το σκοπό της επίσκεψής μου, μου είπε αυθόρμητα:
«α… εσύ είσαι ο Ευσταθιάδης. Εσύ έρθες να παίρτς απ’ εμέν πράμαν πολλά, αμά εγώ ντ’ εξέρω είναι όσον τη δεντρού τα φύλλα. Εσύ ντο θα προφτάντς και παίρτς;».
Επίσης θυμάμαι την Ευγενία Ζευγαροπούλου, την «Καρσλήσα», από τους Γεωργιανούς της Βέροιας, που είχε κι ένα ακόμη εξαιρετικό ταλέντο: απέδιδε το σκοπό με το στόμα καλύτερα κι από τη λύρα.
Επίσης τον Καραφουλίδη από τη Γερακαρού Λαγκαδά, ο οποίος ήταν Κοιλαδέτες, δηλαδή από το Κοιλάδ’ της Τραπεζούντας. Αυτός μου έκανε μια παρατήρηση για τους σημερινούς χορευτές, που τη θυμάμαι ακόμη. Μου είπε επί λέξει: «οι ατωριζ’νοί πα Σέραν χορεύνε; Σκοτούντανε και χάντανε αλάι μαλάι. Η Σέρα ντο λες εσύ, σίτα χορεύ’ς και πας, θα αναπαέσαι…».
Αλλά και μία Κρωμέτ’σα από την Καλαμαριά, μια πολύ πονεμένη γυναίκα, η οποία μόλις με είδε, μου είπε: «αχ Ευσταθιάδη, το βάσανο μ’ έν’ πολλά τρανόν. Εσυρ’ ατο σην θάλασσαν κι εκείνε πα κι εποίκεν ατο καπούλ’, έγκε μ’ ατο οπίς…». Στη συνέχεια όμως μου υπαγόρευσε πολύ ενδιαφέροντα πράγματα για τους σκοπούς και τα τραγούδια της πατρίδας της, της Κρώμνης.

Αυτοί ήταν οι απλοί ανώνυμοι άνθρωποι, που καταγράψατε. Από τους γνωστούς λυράρηδες της πρώτης γενιάς, που είχατε τη τύχη να γνωρίσατε;
Το Σταύρη το γνώρισα στο Κιλκίς, όταν ήμουν μαθητής του γυμνασίου. Ερχόταν με διάφορες παρέες και έπαιζε κι εγώ πήγαινα και τον άκουγα κρυφά από το φόβο του γυμνασιάρχη. Αργότερα το 1947 είχα την τιμή να τον δεχτώ στο σπίτι μου στο Καραβάν Σαράι στη Θεσσαλονίκη και μάλιστα όχι μία, αλλά τρεις φορές. Το Σταύρη τον εθαύμασα. Τον άκουσα να παίζει Σέρα-χορόν, αλλά και τον είδα να χορεύει Σέρα-χορόν με λυράρη το συμπατριώτη σου τον Παντελίκα. Όταν ήταν στα μεράκια του, ήταν άπιαστος. Και όχι μόνο στο τραγούδι, αλλά και στη λύρα. Γιατί ακούω πολλούς σήμερα που λένε ότι λύρα δεν έπαιζε και τόσο καλά.

Εμείς οι νεώτεροι τον γνωρίζουμε μέσα από τους δίσκους του γραμμοφώνου. Εσείς που τον ακούσατε ζωντανά, πως κρίνετε αυτούς τους δίσκους σε σχέση με αυτό που ακούσατε τότε ζωντανά;
Οι δίσκοι είναι απλώς ένα δείγμα του εαυτού του. Στην πραγματικότητα όμως έπαιζε πολύ καλύτερα. Άλλωστε ο Σταύρης δεν είναι το είδος του λυράρη που μπορείς να τον κρίνεις μέσα από τους δίσκους. Έπρεπε να τον έχεις ακούσει να παίζει αργά τα ξημερώματα…. Μου ζητήθηκε κάποτε να συγκρίνω το Σταύρη με το γιό του, το Γώγο, κι έκανα την εξής παρατήρηση: «Όταν έπαιζε λύρα ο Γώγος, σε έκανε και τον θαύμαζες. Έμενες με το στόμα ανοιχτό. Ο Σταύρης σε έκανε και έκλαιγες. Ο Γώγος ήταν ρυθμός, ο Σταύρης μελωδία. Ο Γώγος ήταν το καλλιεργημένο μεγάλο τριαντάφυλλο του κήπου, ο Σταύρης το τριαντάφυλλο του χωριού, το μικρό σε μέγεθος, αλλά πνικτικό σε μυρωδιά. Ο Γώγος ήταν η φανέλα του εργοστασίου, ο Σταύρης η φανέλα του χωριού, που η κοπέλα την πλέκει βελονιά-βελονιά χύνοντας δάκρυα». Και στη λύρα, αλλά ιδίως στο τραγούδι.

Άλλοι λυράρηδες της πρώτης γενιάς, τους οποίους προλάβατε;
Θυμάμαι κάποιον Δημήτριο Αμοιρίδη από την Τραπεζούντα. Επίσης το Νίκο το Χαλυβόπουλο τον Ματσουκάτε, ο οποίος ζούσε στην Καστοριά, τον Τσορτάν τον δικό σας και πολλούς άλλους. Δεν πρόλαβα το Σαββέλη από την Ίμερα, ο οποίος πέθανε το 1934, όπως επίσης και τον Παύλο το Στεφανίδη από το Κιλκίς, το Μουζενίτε, για τον οποίο όμως άκουσα πάρα πολλά πράγματα από παλαιούς φίλους και συνδιασκεδαστές του.

Ποιες ήταν οι σημαντικότερες επιρροές που δεχτήκατε ως ερευνητής και λαογράφος;
Είχα επηρεαστεί ιδιαίτερα από το έργο του Σίμωνος Καρά, του μεγάλου αυτού μελετητή της παραδοσιακής μας μουσικής.

Την ίδια εποχή ή λίγο νωρίτερα κάνετε το «ντεμπούτο» σας ως θεατρικός συγγραφέας. Ποια ήταν η υποδοχή που σας επεφύλαξε ο χώρος των τότε ποντιακών σωματείων;
Δυστυχώς αρνητική. Έγραψα το πρώτο μου έργο το «Κουρπάν» και πήγα να το παρουσιάσω στην Εύξεινο Λέσχη. Εκεί ήταν ο Τσουλφάς, ο Κοκοζίδης και ο Μεταλλίδης και αρνήθηκαν να το δεχτούν. Ήταν βλέπετε η εποχή που δέσποζε η φυσιογνωμία του Κτενίδη. Έτσι αναγκάστηκα να κατέβω στην Αθήνα. Στις 6 Μαρτίου του 1949 δόθηκε η πρώτη παράσταση του έργου μου στο θέατρο «Κεντρικόν».
Αλλά κι αργότερα, όταν αποφάσισα να δράσω ως ιδιώτης και παρουσίασα το έργο μου «Σεβντά με τα δάκρια», προσέφυγαν σε αθέμιτα μέσα. Έστειλαν την αστυνομία στο σπίτι μου με την κατηγορία ότι το έργο ήταν «αριστερό», ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν. Ήταν δημοκρατικό.
Ευτυχώς σήμερα οι αντιδικίες εκείνης της εποχής έχουν πλέον ξεχαστεί, πρόσφατα μάλιστα με τίμησε και η ίδια η Εύξεινος Λέσχη.

Συνολικά πόσα θεατρικά έργα έχετε γράψει;
Δεκαέξι.

Είναι κοινή η διαπίστωση ότι τα τελευταία χρόνια η πορεία του ποντιακού θεάτρου έχει υποχωρήσει. Που οφείλεται κατά τη γνώμη σας αυτή η εξέλιξη;
Στην προσπάθεια νόθευσής του. Νόθευσαν το ποντιακό θέατρο μεταφράζοντας στην ποντιακή διάλεκτο έργα ξένα, τα οποία ο ποντιακός λαός δεν εκτίμησε και δεν αποδέχθηκε.

Πότε αποφασίζετε να ασχοληθείτε για πρώτη φορά με το ραδιόφωνο;
Το ίδιο έτος, το 1949. Η εκπομπή ονομαζόταν από τότε «Ποντιακοί Αντίλαλοι» και παιζόταν από το ραδιοφωνικό Σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων Θεσσαλονίκης. Συνεργάτες μου σε αυτή τη φάση κοριτσόπουλα και παιδόπουλα της γειτονιάς. Αλλά και ο Ιωακείμ Σαλτσής, συνταξιούχος δάσκαλος από την Ορντού, γεροντάκι τότε, ο οποίος με συμπαραστάθηκε και έβλεπε τον πρώτο καιρό τα κείμενά μου.

Τι περιελάμβανε συνήθως η ραδιοφωνική σας εκπομπή;
Τραγούδια και ιστορικές αναφορές στον τόπο καταγωγής των.

Και ποια ήταν η αποδοχή αυτών των εκπομπών;
Δεν θα ήταν υπερβολή, αν έλεγα ότι γινόταν «ιερό προσκήνυμα». Κάθε φορά την καθιερωμένη ημέρα και ώρα, Σάββατο στις 4, οι Πόντιοι της Μακεδονίας άφηναν τις δουλειές τους και έσπευδαν να ακούσουν κάτι το ιερό, κάτι το πατριωτικό.

Πότε ιδρύετε το Φάρο Ποντίων Θεσσαλονίκης;
Το 1969…

Τι σας οδήγησε σε αυτή την απόφαση;
Ήταν φανερό ότι το έργο μου δεν χωρούσε σε άλλα σωματεία. Όσο περνούσε ο καιρός, το πράγμα έπαιρνε διαστάσεις. Εγώ όμως είχα μπροστά μου πολύ δουλειά κι έπρεπε να βρω έναν τρόπο να δράσω ελεύθερα. Και έδρασα.

Με την ασφάλεια των 40 χρόνων που πέρασαν από τότε, σκεφθήκατε ποτέ μήπως ο «πρόεδρος» Ευσταθιάδης έβλαψε το λαογράφο; Μήπως δηλαδή οι «γκρίνιες» που ενυπάρχουν στη λειτουργία των σωματείων μας, έβλαψαν την αποδοχή του έργου σας;
Δεν το νομίζω. Χωρίς τα διοικητικά, χωρίς την ίδρυση του Φάρου Ποντίων, δεν θα μπορούσα να προσφέρω όσα πρόσφερα, με δεδομένη και την αρνητική στάση της Ευξείνου Λέσχης, που σας περιέγραψα. Αυτό που λέτε, ισχύει σήμερα. Σήμερα το έργο μου ανήκει σε όλους τους Ποντίους. Τότε όμως υπήρχαν τα πάθη.

Είστε ευχαριστημένος λοιπόν από την αναγνώριση του έργου σας;
Πώς να μην είμαι; Έχω τιμηθεί από την Ακαδημία Αθηνών, από την Ακαδημία της Γερμανίας, από Μητροπόλεις, πρόσφατα μάλιστα με τίμησε και η Εύξεινος Λέσχη Θεσσαλονίκης σε μια πολύ όμορφη εκδήλωση.
Όταν όμως θυμάμαι τις παλιές ταλαιπωρίες, τον σκληρό αγώνα που έδωσα, πικραίνομαι. Πολλά από τα καλύτερά μου χρόνια -χρόνια στα οποία θα μπορούσα να προσφέρω πολύ περισσότερα- πέρασαν άγονα. Σε μια συνέλευση πολύ παλαιότερα είχα κάνει μια πρόταση: να καταρτίσουμε μια τριμελή επιτροπή, να της δώσουμε ένα αυτοκίνητο κι ένα μαγνητόφωνο και να της αναθέσουμε να επισκεφτεί Ελλάδα, Τουρκία, Γερμανία, όπου υπάρχουν Πόντιοι, και να συγκεντρώσει λαογραφικό υλικό. Υπάρχει καλύτερη πρόταση από αυτή; Κι όμως δεν τη δέχθηκαν…

Το 1984 βραβευτήκατε για το συνολικό σας έργο από την Ακαδημία Αθηνών. Ποιανού πρόταση ήταν αυτή η βράβευση;
Του καθηγητού μου στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και μετέπειτα προέδρου της Ακαδημίας Γεωργίου Μιχαηλίδη-Νουάρου.

Είστε από τους πρώτους που άνοιξαν το δρόμο της επικοινωνίας ανάμεσα στους Πόντιους της Ελλάδας και στους ποντιόφωνους της σημερινής Τραπεζούντας. Πότε ξεκίνησε αυτή η ιστορία;
Το 1982. Επισκέφθηκα την περιοχή της Τραπεζούντας με σκοπό τη συγκέντρωση λαογραφικού υλικού. Και μπορώ να πω ότι συγκέντρωσα εξαιρετικά ενδιαφέρον λαογραφικό υλικό. Και μουσικό και εθιμικό. Να σας δώσω ένα παράδειγμα: όταν ζυμώνουν το ψωμί οι γυναίκες της Τόνιας, πριν το ρίξουν στο φούρνο, το σταυρώνουν. Επίσης, όταν το κορίτσι παντρεύεται και πάει στο σπίτι του άντρα της, μετά από επτά ημέρες επιστρέφει στο πατρικό της, «κλώσκεται σ’ εφτά», όπως κάνουμε κι εμείς.

Δυσκολίες συναντήσατε;
Σε ελάχιστες περιπτώσεις. Κι αυτό γιατί έκανα τη δουλειά μου με προσοχή και -το κυριότερο- δεν πολιτικοποίησα ποτέ την έρευνά μου. Δε δίνω στο υλικό που συγκέντρωσα τη σημασία που του δίνουν μερικοί ευφάνταστοι. Κάποιοι πίστευαν ότι θα πάνε στον Πόντο και θα βρουν περίπου ένα κρυφό Ελληνικό κράτος εν λειτουργία! Δεν είναι έτσι.
Λαογραφική έρευνα μπορεί να γίνει, λαογραφικό υλικό μπορεί να συγκεντρωθεί, αλλά καθαρώς μέσα στα πλαίσια της λαογραφίας και χωρίς πολιτικές στοχεύσεις.

Κατηγορηθήκατε όμως με βάση αυτές τις απόψεις σας ως φιλότουρκος…
Τους χαρίζω την μομφήν. Έδρασα, όπως έδρασα. Είμαι υπέρ της ερεύνης των πολιτιστικών στοιχείων του ποντιακού λαού, είτε αυτός ζει εδώ, είτε στην Τουρκία. Και νομίζω ότι στον τομέα αυτό η έρευνα μπορεί να δώσει πολύ ωραία πράγματα. Αυτοί θέλουν χρησιμοποιώντας τη λαογραφία και την κεμεντζέ, να λύσουν τα πολιτικά προβλήματα Ελλάδας-Τουρκίας πάνω στις τρεις χορδές τις ποντιακής λύρας. Αυτό εμένα δεν με αφορά.

Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει μόδα να αντιγράφουν πολλοί νέοι λυράρηδες μουσικά μοτίβα από εκεί. Πόσο κοινές όμως είναι οι μουσικές μας παραδόσεις; Σας βρίσκει σύμφωνο αυτή η τάση;
Απαντώ ευθέως ναι. Είναι έτσι, όπως το λέτε. Και πιστεύω ότι θα πρέπει να επιμείνουμε. Στον τομέα των χορών μπορώ να πω ότι σε μερικά σημεία είναι σκληρότεροι, τραχύτεροι, ίσως ανώτεροι ημών. Όπως και στο τραγούδι, ιδίως στο μακρύν της Ματσούκας. Εκεί που σαφώς υστερούν, είναι στο θέμα της λύρας.

Επισκεφτήκατε όμως και τη Γεωργία. Τι εντυπώσεις αποκομίσατε από την επαφή σας με τον Ποντιακό Ελληνισμό της τ. Ε.Σ.Σ.Δ.;
Επισκέφθηκα τη Γεωργία το 1989. Και από εκεί αποκόμισα τις ίδιες εντυπώσεις, ίσως μάλιστα και πιο ενθαρρυντικές. Οι Πόντιοι της Γεωργίας κρατούν τις ποντιακές παραδόσεις και τη χριστιανική τους ταυτότητα πολύ πιστά. Μουσικά όμως δεν έχουν όλοι ποντιακά ακούσματα. Ίσως να ήταν λίγοι μέσα στους πολλούς και, όπως είναι φυσικό, επήλθε η αφομοίωση.

Τα μέλη της πρώτης προσφυγικής γενιά έχουν όλα σχεδόν εκλείψει. Επομένως θεωρείτε ότι τελειώνει και η λαογραφική έρευνα, όπως τη γνωρίσαμε μέχρι σήμερα μέσα από το έργο σας;
Όχι ακόμη. Υπάρχει ακόμη η δεύτερη προσφυγική γενιά, τα παιδιά των προσφύγων, που γνωρίζουν αρκετά πράγματα, τα οποία παρέλαβαν από την προηγούμενη γενιά. Όταν εκλείψει και αυτή η γενιά, τότε πράγματι θα μπούμε σε ένα νέο στάδιο, εκείνο της ιστορικής έρευνας.

Πως σας φαίνονται οι σημερινοί λυράρηδες;
Μέσα στην ομάδα των νέων λυράρηδων, υπάρχουν φωτεινά αστέρια, αλλά υπάρχουν και κάποιοι, οι οποίοι δυστυχώς νοθεύουν τη παράδοση. Και με λυπεί το γεγονός. Ενώ εκείνοι που αγαπούν την παράδοση είναι λίγοι, αλλά εκλεκτοί.

Πόσο αισιόδοξος είστε για τη διατήρηση της ποντιακής ταυτότητας στα χρόνια που έρχονται;
Αν πάρω παράδειγμα από την κόρη μου και τα άλλα νέα παιδιά που συνεργάζονται μαζί της στο Δ.Σ. του Φάρου Ποντίων, είμαι αισιόδοξος. Οι επιδιώξεις τους είναι οι ίδιες με τις δικές μας. Τα βήματά τους είναι σταθερά και ωραία…

Δημοσιεύθηκε στο τεύχος 4 του περιοδικού Άμαστρις (Αύγουστος 2009)